“Δωδεκαήμερο” στο παλιό Λιτόχωρο - Τα Φώτα

Σελίδες από το παλιό ΛΙτόχωρο

Αθανάσιος Αδαμόπουλος

1910- Θεοφάνεια στον “Λάκκο”. Φωτογραφία του Χρήστου Φούντου από το αρχείο του Νίκου Μυρσίνη

Την παραμονή των Φώτων οι ιερείς της κωμόπολης αγίαζαν τα σπίτια και στις εκκλησίες «έδεναν τους σταυρούς», ετοίμαζαν δηλαδή τα σίχνα με τους ψηλούς ιστούς, τους αργυρούς σταυρούς και τις πολύχρωμες σημαίες. Όσες ήταν οι εκκλησίες και τα ξωκκλήσια τόσα ήταν και τα σίχνα κι επιπλέον ένα του αγίου Μηνά της Τοπόλιανης κι ένα της αγίας Παρασκευής του «Παλιοχωριού», παλιού οικισμού βόρεια του Λιτοχώρου, που οι κάτοικοι της κωμόπολης τα διατηρούσαν από παράδοση σχετική με την καταγωγή του πληθυσμού της κοινότητας και τα οποία, ατυχώς, έπαψαν να υπάρχουν από τις αρχές του αιώνα μας.

Στο μέσο του εσωτερικού χώρου των δύο μεγάλων ναών έστηναν, όπως συνεχίζεται μέχρι σήμερα, δύο δέντρα πορτοκαλιάς με καρπούς διατηρώντας το παλιό έθιμο, την προέλευση του οποίου είχε ερμηνεύσει διεξοδικά ο βυζαντινολόγος καθηγητής Κωνσταντίνος Καλοκύρης. Θεωρείται πλέον αδιαμφισβήτητο πως πλάι στα βυζαντινά λάβαρα, τα σίχνα, διασώθηκε στο Λιτόχωρο ένα ακόμη στοιχείο της παλιάς βυζαντινής παράδοσης, τα δύο στολισμένα δέντρα που κοσμούσαν τις εκκλησίες της Κωνσταντινούπολης την ημέρα των Θεοφανείων. Το έθιμο ίσως να το έφεραν στην κωμόπολη και να το πέρασαν στην παράδοση οι αρκετοί βυζαντινοί προύχοντες που εγκαταστάθηκαν σ’ αυτήν αμέσως μετά την άλωση της Πόλης.

Την επάυριο, ημέρα της μεγάλης γιορτής, οι καντηλανάφτες των δύο μεγάλων εκκλησιών του Λιτοχώρου πρόσφερναν από ένα πορτοκάλι σε κάθε σπιτικό της ενορίας τους. Στο μεσημεριάτικο τραπέζι ο πατέρας το μοίραζε στα μέλη της οικογένειας κι ευχόταν «χρόνια πολλά και του χρόνου». Φυσικά το έθιμο αποτελούσε συνέχεια των δέντρων της πορτοκαλιάς, που υπήρχαν στις εκκλησίες από την παραμονή κι είναι φανερή η αναλογία του με τα δώρα, που μοιράζονται από τα κλαδιά των σημερινών χριστουγεννιάτικων δέντρων στην οικογένεια. Η εκκλησία πρόσφερνε και αυτή δώρα από τα κλαδιά των δικών της δέντρων στους ενορίτες «για το καλό του χρόνου». Η ομοιότητα είναι προφανής κι αποτελεί ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο, που ενισχύει την άποψη ότι το δέντρο των Θεοφανείων είναι το γνωστό χριστουγεννιάτικο, του οποίου έγινε εξαγωγή από το Βυζάντιο στη Δύση κι επανεισαγωγή του ως «αντιδανείου» μερικούς αιώνες αργότερα. Το έθιμο ‘εχει τις ρίζες του βαθειά στην παλιά βυζαντινή παράδοση κι είναι χριστουγεννιάτικο, αφού μέχρι τον 4ο αιώνα η γέννηση και η βάφτιση του Χριστού γιορτάζονταν την ίδια μέρα, ως ενιαία γιορτή, με το όνομα Θεοφάνεια.

Απ’ τα μεσάνυχτα ακόμη μεταξύ παραμονής κι ημέρας των Θεοφανείων «φιλόθρησκοι άνδρες» της κωμόπολης, με ικανή συνοδεία μικρών και μεγάλων, έφερναν τα σίχνα από τα ξωκκλήσια στους δύο κεντρικούς ναούς αναπέμποντας συνεχώς την ικεσία «Κύριε ελέησον». Όλοι σχεδόν οι κάτοικοι αγρυπνούσαν για να παρακολουθήσουν τη μεσονύκτιο αυτή «σιχνοφορία» και

«οι θεοσεβέστεροι καραδοκούσαν την πολυπόθητον και μακαρίαν εκείνην στιγμήν καθ’ ην ανοίγονται τα Ουράνια και καταβαίνει επί την ακήρατον του Χριστού κεφαλήν το Πνεύμα το Άγιον. Τότε των αγαθών και εναρέτων αι επιθυμίαι εις άκρον κορέννυται….»

Η ιερουργία άρχιζε στις εκκλησίες με το Μεσονυκτικό ενώ ακόμη η νύχτα ήταν βαθειά, συνεχιζόταν με τον Όρθρο και η Θεία Λειτουργία τελείωνε με το ξημέρωμα. Όλο το εκκλησίασμα και των δύο ναών με επικεφαλής τους πολλούς ιερείς της κωμόπολης (8-10 συνήθως), τους ψάλτες, τους «σιχνοφόρους», τα παιδιά με τα εξαπτέρυγα και τις άγιες εικόνες, ενώνονταν σε μια μεγάλη πομπή κι, ενώ οι καμπάνες συνόδευαν με το χαρμόσυνο ήχο τους το «Κύριε ελέησον» των πιστών κατέβαιναν στο «Λάκκο» για να ψαλεί ο Μέγας Αγιασμός και να γίνει η κατάδυση του σταυρού.

Ήταν ήδη πρωί, η ώρα της βάφτισης πλησίαζε κι ο «Δεσπότης των πάντων» καλούσε τον άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο να βαφτίσει τον Γιο του, σύμφωνα με το παλιό δημοτικό που διέσωσε ο Αθανάσιος Λασπόπουλος:

«-Άγιο Γιάννη, αφέντη και Πρόδρομε

δύνεσαι βαφτίσεις Θεόν-Παιδί;

-Δύναμαι και ΄σωνω και προθυμώ,

καρτέρεσε, Θεέ μου, ως το πουρνό,

για να λάμψει ο ήλιος και να διαβεί,

να φανούν τα χιόνια εις τα βουνά,

να ιδεί κι ο κόσμος τον Κύριο του.»

Ο αγιασμός των υδάτων γινόταν σε κατανυκτική ατμόσφαιρα κι ο σταυρός καταδυόταν σε λίγο από το χέρι του αρχαιότερου ιερέα. Οι βουτηχτάδες, στεριανοί και ναυτικοί, συνεταιρισμένοι συνήθως σε μικρές συντροφιές των 2-3 ατόμων, έπεφταν στα παγωμένα νερά, ενώ κορυφωνόταν το ενδιαφέρον όλων των παρευρισκομένων στο γύρω αμφιθεατρικό χώρο. Ο τυχερός, που τον εύρισκε, θα επισκέπτονταν με τη συντροφιά του όλα τα σπίτια του Λιτοχώρου για να ασπαστούν οι κάτοικοι το σταυρό και να πάρει το σχετικό φιλοδώρημα. Οι «σιχνοφόροι» έκλιναν τα σίχνα κι έβρεχαν τους σταυρούς τρεις φορές «κατά μίμησιν των παροχθίων δέντρων του Ιορδάνου». Το ίδιο γινόταν κα με τις άγιες εικόνες. Οι πιστοί βρέχονταν κι αυτοί με τα αγιασμένα νερά του Ενιπέα κι όλοι μαζί, με την ίδια τάξη της πομπής, επέστρεφαν πάλι στις εκκλησίες.

Κατά ένα παλιό λιτοχωρίτικο έθιμο ο πρώτος επισκέπτης της ημέρας των Θεοφανείων πλησίαζε στο τζάκι κι «ανασκαλίζων το κέδρινον ξύλον» της φωτιάς έψελνε το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου Σου Κύριε….» και στη συνέχεια πρόσθετε:

«Πολλά είπαμε για το φωτισμό και ο Θεός μέρες και χρόνια,

ας πούμε στον αφέντη μας για να χαρεί η καρδιά του.

…………………………………………………………………………………….

Στον Ιορδάνη ποταμό, στον άγιο τον τόπο,

Ο Κύριος βαφτίζεται και σωζ’ ούλο τον κόσμο.

Και κατεβαίν’ μια πέρδικα, άσπρη και πλουμισμένη,

με τα φτερά της ανοιχτά και βρέχει τον αφέντη.

Και πάλιν ξαναβρέχεται και βρέχει την κυρά της.

Και πάλιν ξαναβρέχεται και βρέχει τα φτερά της.»

Την επαύριο, γιορτή του αγίου Ιωάννου του Προδρόμου, ο «σιχνοφόροι» ξανάφερναν τα σίχνα στα εξωκκλήσια και τα τοποθετούσαν στη θέση τους για να χρησιμοποιηθούν και πάλι τον επόμενο χρόνο.

«Ούτω», ολοκληρώνει ο Αθανάσιος Λασπόπουλος στο σχετικό λαογραφικό του που έγραψε τον Ιούνιο του 1878, τέσσερις μήνες μετά την επανάσταση και την καταστροφή του Λιτοχώρου,

«λήγει εν ολίγοις η εορτή των Σίχνων, τα Σιχνοφόρια, ουδαμού άλοθι τελούμενα, ενέχοντα δε ουχί απολαύσεως και ματαιότητος τροφήν, αλλ’ εκλείοντα έφεσιν, ου την τυχούσαν, εις τα καλά και τα θεία, και διδασκαλίαν τοιαύτην εθνικής στοργής και φιλοπατρίας, ης δεν αμοιρεί η, κατά το 1878 εις σωρόν ερειπίων μεταβληθείσα και νυν αυτή δι’ εαυτής ανακύπτουσα ανθηροτάτη κωμόπολις Λυτοχώρου».


Από το βιβλίο του Αθανάσιου Γ. Αδαμόπουλου “Σελίδες από το παλιό Λιτόχωρο” που εκδόθηκε από τον Δήμο Λιτοχώρου το 1995 στη σειρά “Μελέτες και έρευνες”


Next
Next

“Δωδεκαήμερο” στο παλιό Λιτόχωρο - Πρωτοχρονιά