“Δωδεκαήμερο” στο παλιό Λιτόχωρο - Πρωτοχρονιά

Σελίδες από το παλιό ΛΙτόχωρο

Αθανάσιος Αδαμόπουλος

Γκουντουνάδες - Από αριστερά Κάκκαλος Νίκος Ρέππας Νίκος και Ρέππας Λάζος στο σπίτι της Μ. Πλαδή

Την πρωτοχρονιά ξυπνούσαν την κωμόπολη από τα μεσάνυχτα οι “κουντουνάδες”. Φασκιώνονταν με προβιές, τυλίγονταν με κάπες και φορτωμένοι με κουδούνια άρχισαν από τους παπάδες:

«Σήκου παπά μου δέσποτα, σήκου και μην κοιμάσαι

τα μαναστήρια σήμαναν και εκκλησίες διαβάζουν”

και χτυπούσαν τα κουδούνια. Έπειτα έπαιρναν τα σπίτια στη σειρά κι έλεγαν τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα με συνοδεία το ζωηρό ήχο των κουδουνιών που χτυπούσαν ρυθμικά. Στο σχετικό λαογραφικό του ο Αθανάσιος Λασπόπουλος διέσωσε τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα που έλεγαν οι κωδωνάτοι και σπαθάτοι μπροστά από 120 χρόνια στο Λιτόχωρο και τα οποία δεν διαφέρουν σχεδόν καθόλου από αυτά που ακούγονται σήμερα:

“Άγιος Βασίλης έρχεται, Γενάρης ξημερώνει.

-Βασίλη μ’, πόθεν έρχεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;

-Από το δάσκαλ’ έρχομαι, στη μάνα μου πααίνω.

-Αν έρχεσαι απ’ το δάσκαλο, πες μας την αλφαβήτα.

-Η αλφαβήτα ήταν χλωρή και απόλυκε κλωνάρι,

κλωνάρι χρυσοκλώναρο, χρυσό, μαλαματένιο,

και τώρα και του χρόνου, και τώρα και του χρόνου."

Στο σπίτι του πρωτομάστορα συνέχιζαν:

"Αφέντη προυτουμάστορα και προυτουτιμημένι,

πρώτα σι τίμησι η Χριστός κι δεύτερα η κόσμους.

Αν έχεις λίρες δώς’ μου τις, φλουριά μην τα λυπάσι,

κι αν έχεις κι κρασί καλό, κέρνα τα παλικάρια.

και στο σπίτι του μεγαλοκτηνοτρόφου:

"Σ' αυτό του σπίτι του ψηλό, του μαρμαροστρωμένου,

που ‘χει τα χίλια πρόβατα, τα δυο χιλιάδες γίδια

και χίλιασαν και μίλλιασαν και γίν'καν τρεις χιλιάδις,

σαν τα μυρμηγκια πηρπατούν, σαν τα μιλλίσια βάζουν"

και χτυπούσαν τα κουδούνια, ώσπου να πάρουν τα “καλούδια” και να πούν:

«Σ' αυτό του σπίτι που ρθαμι, πέτρα να μη ραΐσει

κι η νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρόνια να ζήσει».

Για τη νοικοκυρά που νύσταζε, βαριόταν να σηκωθεί από το κρεβάτι και παρίστανε την κουφή, έλεγαν με θυμό:

«Σ' αυτό το σπίτι που 'ρθαμι, γημάτου καλιακούδια,

τα μ'σά γηννούν, τα μ'σά κλουσσούν, τα μ'σά σι βγάζ'ν τα μάτια».

Η οδός Αγίας Μαρίνας χιονισμένη- Φωτογραφία από το αρχείο του Νίκου Μυρσίνη

Την ημέρα της πρωτοχρονιάς όλα έπρεπε να εξελίσσονται ευνοϊκά κι ευχάριστα " για να πάει καλά ολόκληρος ο νέος χρόνος ":

"Τον νέον έτος”, λέγει ο Αθανάσιος Λασπόπουλος, “το φέρον την λήθην εις το παρελθόν και ευχάριστον και εύδαιμον προιωνιζόμενον το μέλλον, επιθυμούσι πάντες να πανηγυρίσωσι λαμπρώς και χαρμοσύνως, όπως μη παρέλθη λυπηρά και κακοφόρος (γουρσούζικη) η χρονιάρικη και πρώτη των χριστιανών ημέρα".

Το μεσημέρι όλη η οικογένεια έπαιρνε θέση γύρω από τη βασιλόπιτα με το νόμισμα της τύχης.Τη μοσχοβολιστή και με μεγάλη τέχνη φτιαγμένη πίτα από “ορνίθείο κρέας και καθαρόν βούτυρον”, κατά το συγγραφέα, ο “άρχων της οικίας” την έκοβε σε ίσα κομμάτια προς τον αριθμό των “οικείων μελών” και των περιουσιακών στοιχείων (σπιτιού, καϊκιού, ζώων, χωραφιών, αμπελιών) και τη γύριζε τρεις φορές. Το νόμισμα βέβαια βρισκόταν σε ένα κομμάτι μόνο, όμως η μάνα που ήθελε να δώσει χαρά στα παιδιά της, είχε και μερικά εφεδρικά σε ετοιμότητα μέσα στην τσέπη της:

"Η μήτηρ θέλει να ευχαριστήση την μικράν της κόρην ή το αγοράκι της και ρίπτει νόμισμα τι εις την μερίδα του να το χαροποιήση. Η υπερβάλλουσα χαρά του όμως μετριάζεται.

Και τα άλλα τα μικρά το αυτό ευρίσκουσι και χαίρουσιν, αλλ' επί τέλους η χαρά του παύει και διέρχεται εις όλους. Το νόμισμα της Πίτας, της τύχης ο Παράς, κρατείται υπό του πατρός εις ού το μέρος ήτο και ευρέθη. Οιωνός άριστος προμηνύει τα αγαθά του έτους.…"

Από το βιβλίο του Αθανάσιου Γ. Αδαμόπουλου “Σελίδες από το παλιό Λιτόχωρο” που εκδόθηκε από τον Δήμο Λιτοχώρου το 1995 στη σειρά “Μελέτες και έρευνες”

Η οδός Αγίου Γεωργίου χιονισμένη


Previous
Previous

“Δωδεκαήμερο” στο παλιό Λιτόχωρο - Τα Φώτα

Next
Next

“Δωδεκαήμερο” στο παλιό Λιτόχωρο - Χριστούγεννα