Ιστορικές μαρτυρίες από την Πουλχερία Ρέμπελου

Ελένη Ρέμπελου-Δεληγιάννη

Α’ ΜΕΡΟΣ

Το Λιτόχωρο, όπως έλεγε η μάνα της γιαγιάς μου, η Ελένη Παπαμιχάλη, κόρη του μπάρμπα Βαγγέλη Μπιτσικάρη, ήταν πολύ παλιό, παμπάλαιο. Αυτό έλεγαν οι γονείς της που γεννήθηκαν στις αρχές του 1800, αυτό οι παππούδες της και οι προπάπποι της, στις αρχές του 1700. Αυτό έλεγε η κάθε γενιά που ερχόταν, περνούσε και έφευγε, όπως το ποτάμι με το τρεχούμενο νερό.

Το Λιτόχωρο ήταν μια μικρή κωμόπολη, ένα κεφαλοχώρι, το μεγαλύτερο στην περιοχή της Πιερίας. Μικρή κωμόπολη, την βρήκε ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, όταν ήρθε να διδάξει το 1770. Μικρή κώμη την βρήκε ο Άγιος Διονύσιος, όταν αποφάσισε να κτίσει το μοναστήρι, επάνω στον Όλυμπο, το 1550 περίπου. Μα κι όταν ήρθαν οι Τούρκοι και σκλαβώθηκε το Γένος μας το 1455, και πάλι ήταν κωμόπολη.

Το χωριό ήταν μικρό, παλαιό και αραιοκατοικημένο. Καθώς ήταν κτισμένο στα πόδια του Ολύμπου, είχε απότομες ανηφόρες και κατηφόρες, λόγω της υψομετρικής κλίσης του εδάφους. Υπήρχαν πολλά πέτρινα γεφυράκια, με παλιά τοξοτή μαστοριά, για να διευκολύνουν το πέρασμα των κατοίκων την εποχή του χειμώνα, που κυλούσαν ορμητικά τα νερά. Είχε πολλές πέτρες, πιστεριές, βράχους μεγάλους και γυαλιστερούς, το μέρος γενικά ήταν πετρότοπος (λιθότοπος).

Η θέσις του ήταν προνομιούχα. Ανατολικά είχε διέξοδο στην θάλασσα, το έλουζε το γαλάζιο πέλαγος του Αιγαίου. Δυτικά με το ηλιοβασίλεμα υψώνονταν το ψηλότερο και μεγαλοπρεπέστατο βουνό της Ελλάδος, ο Όλυμπος, κατοικία των δώδεκα αρχαίων θεών. Το κλίμα ήταν σπάνιο. Συνδύαζε τρο ιώδιο της θάλασσας, με το πράσινο και το οξυγόνο του δάσους. Είχε το φυσικό του λιμανάκι, τους Άγους Θεόδωρους, που παλιά, βυζαντινοί και ευρωπαϊκοί χάρτες, το είχαν εντοπίσει με το όνομα «Πόρτο Λισσάν».

Εδώ ζούσαν οι άνθρωποι ασχολούμενοι κυρίως με την ναυτιλία και το εμπόριο, τη μεταφορά της ξυλείας του Ολύμπου, καυσόξυλα, ξυλοκάρβουνα, στα διάφορα λιμάνια των νησιών, κυρίως δε της Μικράς Ασίας, Σμύρνη, Φώκιες, Αϊβαλί, Αλικαρνασσό κ.α. Είχε μεγάλη ζήτηση η ξυλεία για όλες τις χρήσεις εκείνη την εποχή, κυρίως εχρησιμοποιείτο για κατάρτια πλοίων, καθώς ήταν ίσοι, ψηλοί και ανθεκτικοί κορμοί των δέντρων. Παντού σε όλα τα μεγάλα νησιά και στις παραλίες, κατάσπαρτοι ήταν οι ταρσανάδες τα καρνάγια, που κατασκεύαζαν καινούργια καΐκια ή έκαναν επισκευές, όπου εργάζονταν άριστοι τεχνίτες. Η απέραντη θάλασσα απασχολούσε πολλούς αλιείς. Ο υδροβιότοπος (βάλτος), που τώρα έχει αποξηαρνθή, και ο Χελμοπόταμος ήταν μια πηγή πλούτου και απασχόλησης για τους κατοίκους του χωριού. Στα απέραντα λιβάδια, με τα τρεχούμενα γάργαρα και πολλά νερά, έβοσκαν χιλιάδες αιγοπρόβατα, όχι μόνο ντόπιων Λιτοχωριτών, αλλά και ξένων Βλάχων, που ερχόταν από διάφορα μέρη στον τόπο μας, γι αυτό ήταν πολύ ανεπτυγμένη η κτηνοτροφία. Κατά μήκος του Ενιπέα υπήρχαν, πάρα πολλές στρούγκες και καλύβες βοσκών και κτηνοτρόφων. Ένα μεγάλο μέρος των Λιτοχωριτών ασχολείτο με τη γεωργία. Είχανε πολλά χωράφια στο Βαρικό. Ανεπτυγμένη ήταν και η καλλιέργεια του αμπελιού. Δεν υπήρχε σπίτι που να μην έχει 2-3 αμπέλια στην Πλάκα, στο Δεσπότη, στην περιοχή της Παναγίας πάνω από τον Πλάτανο, και στα γύρω μέρη του χωριού. Είχε επίσης, πολύ ανεπτυγμένη την υλοτομία, χάρη στο απέραντο πλούσιο δάσος. Ακόμη ένα επάγγελμα της εποχής εκείνης ήταν του γανωτή. Τα σκεύη του νοικοκυριού της εποχής εκείνης ήταν όλα μπακιρένια. Οι γανωτήδες, αφού γανώνανε τα σκεύη των χωριανών, φεύγαν και στα γύρω χωριά της Πιερίας, με τα ζώα φορτωμένα, αφού παίρνανε μαζί τους τα σύνεργα και τα μικρά παιδιά να τους βοηθήσουν και συγχρόνως να μάθουν την τέχνη. Καθόταν καμιά εικοσαριά ημέρες και μετά επέστρεφαν. Άλλο επάγγελμα της εποχής εκείνης ήταν του μυλωνά, του τσαγκάρη, του Μπακάλη, των ανθρώπων που έγνεθαν το μαλλί και κάνανε μάλλινο στημόνι για τις βελέντζες, τις φλοκάτες κ.α. Ήταν ένα οργανωμένο χωριό. Είχε τις πρακτικές μαμές η κάθε γενιά, η γιαγιά μου θυμήθηκε δύο. Τη γριά την Στάμω Στάμπινα και την θεία Γιώργαινα την Κακκαλού. Παλαιότερα υπήρχαν άλλες. Επίσης, υπήρχαν και πρακτικές για σπασίματα χεριών, ποδιών. Νεότεροι ήταν ο μπάρμπα Βαγγέλης ο Γερολιόλιος, που μέχρι τα γεράματα γιάτρευε ανθρώπους και τους ανακούφιζε από τον πόνο.

Από την εφημερίδα “Δημότης”

Συνεχίζεται…..




Next
Next

Ο βομβαρδισμός του Λιτοχώρου