Ιστορικές μαρτυρίες από την Πουλχερία Ρέμπελου Β ΜΕΡΟΣ
Ελένη Ρέμπελου-Δεληγιάννη
Β’ ΜΕΡΟΣ
Το χωριό ήταν κτισμένο δίπλα στον Ενιπέα, που αποτελούσε το βόρειο σύνορο. Τελείωνε στο σημερινό πάρκο, που επί τουρκοκρατίας ήταν το τουρκικό νεκροταφείο, και στον Άγιο Νικόλαο, που ήταν το χριστιανικό νεκροταφείο της κάτω ενορίας των Λιτοχωριτών. Είχε το χαΐρι που γινόταν ένα είδος παζαριού, σαν λαϊκή αγορά, που πουλούσαν ζώα, αγελάδες κ.α. Μάλιστα ερχόταν και από άλλα χωριά άνθρωποι. Αποτελούσε σχεδόν το ανατολικό σύνορο του χωριού ο κεντρικός δρόμος του Αγίου Νικολάου και του Αγίου Γεωργίου ήταν ξωκλήσι μέσα σε αμπέλια περιτριγυρισμένα με λιγοστά σπίτι πολύ αραιωμένα.
Δυτικά έξω από το χωριό βρισκόταν το νεκροταφείο της επάνω ενορίας, ο Άγιος Αθανάσιος, ο Άγιος Λάζαρος, το ξωκλήσι της Παναγίας, που πολλές φορές καταστράφηκε από τους Τούρκους, και η Αγία Παρασκευή.
Η Αγία Σολωμονή και η Αγία Ματρόνα, παμπάλαια κτίσματα, έλεγε η γιαγιά. Περιτειχιζόταν από πανύψηλα πελώρια ντουβάρια, που έστεκαν στην άκρη του γκρεμού, ενώ κατέβαζε πολύ νερό ο λάκος που έριχνε ορμητικά τα νερά του στον Καραδόλακα ή Τζινάπι, όπως παλιά ονομαζόταν η όχθη του Ενιπέα. Οι δύο αυτές εκκλησίες ήταν απομεινάρια παλιού μοναστηριακού συγκροτήματος και υπήρχε επίσης παμπάλαια πέτρινη βρύση που είχε αναβρικό νερό. Το μαζεύανε στα γκιμάκια στάλα-στάλα και το δίνανε στους αρρώστους να δροσιστούν. Υπήρχε αναβρικό νερό και στο Λακούτσικο στο Χοροστάσι, αλλά τώρα δεν υπάρχει πια. Στα παλιά χρόνια που δεν είχανε βρύσες μεταφέρανε το νερό από τους Αγίους Αποστόλους και τον Ενιπέα. Μάλιστα για το πλύσιμο των ρούχων και γενικά όλο το σπιτομάζωμα τα πήγαιναν στο λάκο, που είχε πάρα πολύ νερό, χειμώνα και καλοκαίρι.
Τα σπίτια του χωριού στα 1500-1600-1700, όπως διηγούνταν η μάνα της γιαγιάς μου, ήταν πολύ λιτά. Ήταν διώροφα, πετρόκτιστα με χώμα και ασβέστη και πολλά ξύλα κατά διαστήματα, τα λεγόμενα ζωνάρια, για το δέσιμο και τη στερεότητα του ντουβαριού, μιας και είχαν μπόλικη ξυλεία από τον Όλυμπο. Τα χαγιάτια ήταν πολύ ευρύχωρα. Είχαν το κατώι, που υπήρχαν οι κάδες με το κρασί, το ρακί, το αμπάρι με τις προμήθειες σιταριού και καλαμποκιού και η μεγάλη σεντούκα που συγκέντρωνε όλα τα προϊόντα, με τα οποία θα ξεχειμώνιαζαν. Το ανώι και η σάλα ήταν ανοικτά για να κρεμάνε το καλαμπόκι. Τα δωμάτια ή οντάδες ήταν πολύ μεγάλα και το κάθε ένα είχε τζάκι και μεγάλες ντουλάπες, αφού είχανε πάρα πολλά υφαντά. Κάθε σπίτι είχε τον αργαλειό του για να υφαίνουν οι νοικοκυρές τα μάλλινα και τα βαμβακερά.
Οι αυλές των σπιτιών, ήταν πλακιασμένες μπροστά από το σπίτι και το υπόλοιπο ήταν καλντερίμι. Το κάθε σπίτι είχε μεγάλο οικόπεδο, σχεδόν ένα στρέμμα. Είχε τον μπακτσέ, πολλά δέντρα, μουριές και αμυγδαλιές και πολλούς φτελιάδες. Ήταν περιτειχισμένα με ψηλά ντουβάρια, με ψηλές μεγάλες πόρτες, που τις κλειδαμπαρώνανε με σίδερα και έμοιαζαν με καστρόπορτες. Πάντα η πλευρά του κεντρικού δρόμου ήταν τυφλή, χωρίς παράθυρα, γιατί φοβόταν τους Τούρκους. Κάτω κάτω πολύ ψηλά από κανένα σπίτι άφηναν ένα πολύ μικρό παραθυράκι την βίγλα.
Η πρόσοψη του σπιτιού, συνήθως ήταν στραμμένη προς τον ήλιο. Είχε το κάθε σπίτι, ένα ή δύο πορτιά, που σε ώρα ανάγκης και μεγάλου κινδύνου να φεύγουν και να οδηγούνται σε άλλη γειτονιά. Προς τον κεντρικό δρόμο, κτίζανε ψηλές καλύβες, στις οποίες βάζανε μέσα τα ζώα τους και τα γεωργικά εργαλεία τα οποία χρησιμοποιούσαν στις εργασίες τους. Όπως άλογα, βόδια, αγελάδες κ.α. Αυτό το κάνανε πάλι για ασφάλεια για να μη βρίσκεται πρώτο το σπίτι, εκτεθειμένο στον κίνδυνο. Στην εξώθυρα υπήρχαν δύο πεζουλάκια, αλλού πέτρινα, αλλού ξύλινα, για να ξεκουράζεται ο περαστικός ηλικιωμένος διαβάτης.
Συνεχίζεται…..
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Δημότης”.