Ο βομβαρδισμός του Λιτοχώρου
Απρίλιος 1943
του Νίκου Κουκουτάτσιου
Την άνοιξη του 1943, τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής και οι ντόπιοι συνεργάτες τους εξαπέλυσαν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις σε βάρος των ανταρτών του ΕΛΑΣ που δρούσε στην Πιερία και στον Όλυμπο. Στο Λιτόχωρο έριξαν το μεγαλύτερο βάρος, γιατί το θεωρούσαν, από πληροφορίες που είχαν, ως έδρα του ανώτατου αρχηγείου των ανταρτών του Ολύμπου.
Την επιδρομή τους αυτή στο Λιτόχωρο την κάλυψαν με ισχυρές δυνάμεις πεζικού και καταδρομών, μιας πυροβολαρχίας και με ένα σμήνος αεροπλάνα.
Ήταν 16 Απριλίου 1943.
Την προηγούμενη ημέρα, ο πατέρας μου, πριν ξεκινήσω για το σχολείο, με φώναξε και μου είπε:
«Άκουσε, παιδί μου, ο καιρός ζέστανε, το παλιούρι βάρεσε, πρέπει να σπείρουμε το καλαμπόκι, γιατί οι δουλειές μας πήραν σβάρνα. Να πεις το δάσκαλο ότι αύριο δεν θα πας σχολείο, πρέπει να έρθεις μαζί μου να ρίξεις το σπόρο».
Ξημερώνοντας η 16η Απριλίου, από τα χαράματα φορτώσαμε τα εργαλεία και το σπόρο και με τα δύο μουλάρια ξεκινήσαμε για το χωράφι στο Βακούφκο, δίπλα στη σιδηροδρομική γραμμή. Φτάσαμε νωρίς το πρωί και αμέσως ζέψαμε τα ζώα και αρχίσαμε τη σπορά. Προσπαθώντας να κερδίσουμε όσο χρόνο μπορούσαμε. Λίγο πριν το μεσημέρι, το “μισόγιομα” όπως έλεγαν οι παλιοί, πέρασε μια αμαξοστοιχία γεμάτη Γερμανούς στρατιώτες, προερχόμενη από τη Λάρισα.
Μερικοί από αυτούς, από το χρώμα της στολής τους, φαίνονταν να είναι Ιταλοί. Ένας που καθόταν δίπλα σε ένα κανόνι σήκωσε το χέρι του και, κάνοντας τη χαρακτηριστική χειρονομία φώναξε γρήγορα και φιλικά: «παρτί, παρτί».
Από το θόρυβο και το στρίγγλισμα των τροχών του τρένου, συμπεράναμε με τον πατέρα μου ότι η αμαξοστοιχία σταμάτησε στην Πλάκα. Δεν πέρασε ούτε μισή ώρα και είδαμε να προβάλλουν μέσα από τον παρακείμενο βάλτο- που ήταν καμμένος και μόλις είχε αρχίσει να ξαναφυτρώνει - καμιά δεκαριά Λιτοχωρίτες, που έτρεχαν λαχανιασμένοι. Μαζί τους ήταν και ο τότε αγροφύλακας και αργότερα παπάς, μπαρμπα-Βασίλης Γερολιόλιος.
«Τι τρέχ’ αρέ Βασίλ’;» ρωτά ο πατέρας μου τον μπαρμπα-Βασίλη.
«Φεύγα αγλήγουρα, Ζησ’, πλάκουσαν Γιρμανοί κι μαζών αράδα κόσμου».
Ο πατέρας μου, αν και από τη φύση του ψύχραιμος, μάλλον τρομοκρατήθηκε και μου λέει αγχωμένα: «Πιάσε γρήγορα να ξεζέψουμε». Εγκαταλείψαμε τα εργαλεία στη μέση του χωραφιού, σαμαρώσαμε τα μουλάρια και πήραμε δρόμο προς την Τοπόλιανη, κοντά στο βουνό, που είχαμε άλλο χωράφι, στο οποίο και βραδιαστήκαμε στην αχυροκαλύβα που διαθέταμε εκεί. Πριν ακόμη εγκαταλείψουμε τη σπορά και το χωράφι, φάνηκαν στον ουρανό δύο-τρία αεροπλάνα τύπου “Στούκας”.
Μόλις έφτασαν πάνω από το Λιτόχωρο, άρχισαν τους πολυβολισμούς και τον βομβαρδισμό του χωριού. Τον βομβαρδισμό τον επέκτειναν και στο μετόχι του Αγίου Διονυσίου, την Σκάλα όπως τη λέγαμε παλιά. Τις συνέπειες του βομβαρδισμού δεν ήταν δυνατό να τις αντιληφθούμε εκείνη την ημέρα ούτε τις επόμενες. Εκείνο που μου έμεινε ζωντανά στη μνήμη και που θυμάμαι με ρίγος ακόμα και σήμερα είναι οι φοβερές εκρήξεις των βλημάτων του πυροβολικού, που αντιλαλούσαν στις χαράδρες όλη σχεδόν τη νύχτα της 16ης προς τη 17η Απριλίου.
Σφυροκοπούσαν τους πρόποδες του Ολύμπου και ιδιαίτερα και την περιοχή του Αϊ-Γιαννιού. Την επόμενη μέρα που περάσαμε από κει πληροφορηθήκαμε από τους παριστάμενους συμπατριώτες μας το θλιβερό μαντάτο. Το βράδυ εκείνο σκοτώθηκε από βλήμα ένας συγχωριανός μας Το νεαρό παλικάρι ο Βαγγέλης Γιαννουλόπουλος. Ήταν για μας, το πρώτο άγγιγμα του θανάτου από εκείνη την τρομερή καταστροφή. Αφού πήραμε όσες πληροφορίες συγκεχυμένα είχαν φτάσει ως εκεί, εμείς με τον πατέρα μου προχωρήσαμε στην προσπάθεια μας να σμίξουμε με τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειάς μας.
Από τη διαδρομή Αϊ-Γιάννη, Ντελή, Γκόλνα, Καστάνα, Μόχλα φτάσαμε στη θέση Χαντόλια, όπου είχαμε κρύψει σε πρόχειρο κατάλυμα λίγα από τα υπάρχοντα μας με μόνιμο φύλακα τον μόλις οχτώ χρονών μικρότερο αδερφό μου Αποστόλη.
Την ενέργεια αυτή της απόκρυψης τροφίμων και νοικοκυριού την έκαναν σε διάφορες δύσβατες περιοχές όλες σχεδόν οι οικογένειες του χωριού, με προτροπή της τοπικής οργάνωσης του ΕΑΜ.
Λίγες μέρες αργότερα, που γυρίσαμε στο χωριό, διαπιστώσαμε ότι ο βομβαρδισμός είχε κάνει φοβερές ζημιές σε σπίτια και ανθρώπους. Ισοπέδωσε μεταξύ άλλων τα σπίτια των Χρίστου και Θανάση Ντάβανου και γκρέμισε την παρακείμενη σπηλιά παρασύροντας στον θάνατο τον Βαγγέλη Φούντο που είχε την ατυχία να καταφύγει εκεί, για να προφυλαχτεί από τους πολυβολισμούς. Τμήμα του βράχου που αποτελούσε την οροφή της σπηλιάς στέκει από τότε ολόρθο, λίγα μέτρα παρακάτω, κοντά στο ποτάμι, σαν κεραυνοβολημένος γίγαντας.
Βαγγέλης Φούντος.
Καταπλακώθηκε σε σπηλιά κατά το βομβαρδισμό του χωριού.
Μια από τις βόμβες εκείνου του βομβαρδισμού έπεσε στη γειτονιά Φοράδα, ισοπέδωσε τα σπίτια Κολωνιάρη και Τσιαργαλή και προξένησε σοβαρές ζημιές και στα γειτονικά. Τραυμάτισε αρκετά γυναικόπαιδα, μεταξύ των οποίων την Βαγγελιώ Γκιάτα και την κόρη της Κατερίνα. Η τρίτη βόμβα έπεσε στα σπίτια του Βαγγέλη Τσίντσιφα και των Φαργκαναίων, τα οποία κατέστρεψε ολοσχερώς.
Οι Γερμανοί, αφού σφυροκόπησαν με το πυροβολικό και την αεροπορία το Λιτόχωρο, άρχισαν κανονική επίθεση με το πεζικό από την Πλάκα προς το χωριό, νομίζοντας ότι θα αντιμετώπιζαν ένοπλα τμήματα κατά την προέλασή τους. Δεν βρήκαν όμως καμιά αντίσταση. Τα οργανωμένα τμήματα του ΕΛΑΣ και τα ένοπλα παλικάρια του Λιτοχώρου βρίσκονταν στα Πιέρια και έδιναν εκείνες τις μέρες τις πετυχημένες μάχες στα Ταχνιστά και στη Μόρνα.
Οι μόνοι ένοπλοι που υπήρχαν τότε στο Λιτόχωρο και τους είδαμε στον Αϊ-Γιάννη, όταν περνούσαμε από εκεί, ήταν οι «παππούδες», όπως τους έλεγαν, ο Χρίστος Παλάσκας και ο Διονύσης Τηλέγραφος. Οι Γερμανοί, μόλις κατέλαβαν το Λιτόχωρο, άρχισαν το τρομοκρατικό τους όργιο. Πυροβολούσαν και σκότωναν όποιον δεν σταματούσε έγκαιρα στην προσταγή τους.
Τον πρώτο που σκότωσαν την επόμενη μέρα ήταν ο Μιχάλης Τσίντσιφας, τον οποίο θέρισαν με πολυβόλο στη θέση Κοφτερή Πέτρα, λίγο ανατολικότερα από κει που είναι οι αθλητικές εγκαταστάσεις σήμερα. Εκεί κοντά βρέθηκε σκοτωμένος και ο Νίκος Ζουρζούρας, που μάλλον πολυβολήθηκε απο αεροπλάνο.
ΜΙΧΑΗΛ ΤΣΙΝΤΣΙΦΑΣ
Τον σκότωσαν οι Γερμανοί στην Κοφτερή πέτρα
ΖΟΥΡΖΟΥΡΑΣ ΝΙΚΟΣ
Νεκρός από πολυβολισμό
Όταν οι Γερμανοί διαπίστωσαν ότι μεγάλο μέρος του πληθυσμού έλειπε από το χωριό, έβγαλαν διαταγή και έδωσαν προθεσμία δύο ημερών να επιστρέψουν όλοι στο χωριό και δεν θα πάθουν τίποτα. Απείλησαν όμως ότι όσοι δεν υπακούσουν θα εκτελούνται επιτόπου. Οι φιλήσυχοι άνθρωποι, διαβεβαίωναν οι Γερμανοί, δεν θα υποστούν συνέπειες. Αυτοί που θα τιμωρηθούν θα είναι μόνον οι αναρχοκομμουνιστές και όσοι αποδεδειγμένα τους βοηθούν και τους υποθάλπουν.
Για να αποδείξουν πως δεν αστειεύονταν, άρχισαν τους εμπρησμούς. Έκαψαν τα σπίτια όσων θεωρούσαν ότι είναι οργανωμένοι στο Ε.Α.Μ. Το πώς τα επισήμαναν αυτά τα σπίτια είναι ένα σοβαρό ερώτημα που μάλλον θα μείνει αναπάντητο. Για ευνόητους λόγους, άρχισαν από τους πιο «επικίνδυνους». Έκαψαν εκείνη τη μέρα τα σπίτια του Κουκουτάτσιου, του Σκεφαλίδα, του Βάρκα, του Ελευθερίου, του Μπίκα, του Κωστίνου, του Μόσχοβα, του Μασταγκά και μερικά άλλα που δεν τα θυμάμαι αυτή τη στιγμή. Τόση ήταν η εκδικητική τους μανία που δεν σεβάστηκαν ούτε τα εξωκλήσια. Έκαψαν τον Αϊ-Γιάννη, τον Άϊ-Απόστολο, τον Αϊ-Λιά και το μετόχι του Αγίου Διονυσίου. Το κυρίως μοναστήρι το έκαψαν δύο μέρες αργότερα. Έστειλαν ένα πάνοπλο τμήμα καταδρομών με ειδικούς στις ανατινάξεις. Το τμήμα αυτό το αντιληφθήκαμε, όταν περνούσε χαράματα από το Σταυρό και ο θόρυβος που έκαναν οι μπότες τους έφθανε ως το κρυσφύγετό μας στη διπλανή χαράδρα. Το κάψιμο των εκκλησιών και του Μοναστηριού ήταν κάτι που δεν το περίμενε κανένας. Όμως, αποδείχθηκε ότι ο “πολιτισμός” του φασισμού και ο σεβασμός στις ιερές αξίες δεν έχει όρια.
Οι Λιτοχωρίτες που κρύβονταν στις γύρω περιοχές, είτε από φόβο είτε γιατί πίστεψαν στις διαβεβαιώσεις του τότε προέδρου, που τον εξαπάτησαν και αυτόν, καλόπιστος όπως ήταν, επέστρεψαν στο χωριό. Την επόμενη μέρα, με απειλές και φοβέρες συγκέντρωσαν στην πλατεία τον ανδρικό πληθυσμό πάνω από δεκαπέντε χρονών. Συγκεντρώθηκαν πάνω από οκτακόσιοι οι οποίοι, παρά τις διαβεβαιώσεις, οδηγήθηκαν όμηροι στη Θεσσαλονίκη. Υποχρεώθηκαν να εργαστούν με βία και σε συνθήκες πείνας και δίψας στο αεροδρόμιο, στο Σέδες, για δύο ή τρεις μήνες.
Όσοι έζησαν αυτή την εμπειρία, τόσο στο στρατόπεδο όσο και στη μεταφορά τους στοιβαγμένοι σαν ζώα προς σφαγήν στα βαγόνια του τρένου, έχουν να διηγηθούν εφιαλτικά πράγματα. Ήταν όμως και μερικοί από αυτούς που είχαν σκληρότερη μοίρα. Η μοίρα τους είχε προδιαγραφεί, γιατί θεωρήθηκαν και γιατί οι περισσότεροι από αυτούς ήταν ευρύτερα γνωστο ως ενεργά μέλη της Εθνικής Αντίστασης.
Μόλις ξεκίνησε η φάλαγγα των ομήρων από το Λιτόχωρο προς τον σιδηροδρομικό σταθμό, εκεί στην Ασπρόη, κατηφορίζοντας προς τα σημερινά στρατόπεδα, δύο παράτολμοι συμπατριώτες μας θέλησαν να δραπετεύσουν. Πριν απομακρυνθούν μερικές δεκάδες μέτρα, έπεσαν και οι δύο νεκροί από ριπές πολυβόλων. Ήταν ο Νίκος Κλιγκόπουλος και ο Αργύρης Θεμιστοκλής. Όταν η φάλαγγα έφθασε στον σιδηροδρομικό σταθμό, την ίδια τύχη είχε και ο Χρίστος Μόσχοβας. Στην προσπάθειά του να ξεφύγει, τον βρήκε μια σφαίρα στο σβέρκο την ώρα που έτρεχε να κρυφτεί στα κοντινά παράβαλτα. Οι «Γερμαναράδες», όπως τους αποκαλούσε ο κόσμος, δεν αρκέστηκαν στο αίμα που είχαν χύσει μέχρι τότε.
ΝΙΚΟΣ ΚΛΙΓΚΟΠΟΥΛΟΣ
Επιχείρησε να δραπετεύσει και βρήκε το θάνατο
ΧΡΙΣΤΟΣ ΜΟΣΧΟΒΑΣ
Τον σκότωσαν οι Γερμανοί στην προσπάθεια του να δραπετεύσει
Αφού οδήγησαν σιδηροδρομικώς τους ομήρους στην Κατερίνη, τους στοιβάξαν σε κάποιες αποθήκες τον έναν πάνω στον άλλον, σε σημείο που να μην μπορούν ούτε να αναπνεύσουν. Αφού τους κατηγόρησαν ότι οι ίδιοι ευθύνονται για την ταλαιπωρία τους, τους διαβεβαίωσαν και πάλι ότι δεν είχαν να φοβηθούν τίποτα και θα τους άφηναν ελεύθερους, αν υπόδειχναν όλους τους αναρχοκομμουνιστές και τυχόν συγγενείς τους που βρίσκονταν ανάμεσά τους και που δρούσαν ενάντια στην έννομη τάξη και τα στρατεύματα κατοχής. Αυτούς ήθελαν να τιμωρήσουν που δημιουργούσαν εμπόδια και προβλήματα στο «εκπολιτιστικό έργο» του Γ΄ Ράιχ.
Δυστυχώς βρέθηκαν κάποιοι που πίστεψαν στα λόγια τους και υπέδειξαν τους «ενόχους». Αυτοί οι «κακοποιοί» ήταν 11. Κατά ηλικία ήταν οι εξής: Θεοχάρης Γκέκας, Ζήσης Κουκουτάτσιος, Διονύσης Φρασιόλας, Χρίστος Νίκας, Γιάννης Μπελογιάννης, Μιχάλης Νίκας, Βαγγέλης Κατέλας, Γιώργος Μασταγκάς, Νίκος Φαρφάρας, Αλέκος Μπύρος και Γιάννης Τρυπολόγος. Αυτούς τους ξεχώρισαν αμέσως και τους έστειλαν κατευθείαν στην απομόνωση, στο στρατόπεδο Παύλου Μελά στη Θεσσαλονίκη. Τους υπόλοιπους τους οδήγησαν στο Σέδες για τις γνωστές βάρβαρες αγγαρείες.
Οι τέσσερις από τους έντεκα της απομόνωσης δεν ξαναγύρισαν ποτέ στα σπίτια τους. Τους εκτέλεσαν για αντίποινα για τον θάνατο κάποιων Γερμανών που σκοτώθηκαν σε σύγκρουση με τον Ε.Λ.Α.Σ. Οι τέσσερις μάρτυρες της ελευθερίας ήταν ο ηλικιωμένος μπαρμπα-Θεοχάρης Γκέκας, ο Χρίστος Νίκας, ο Βαγγέλης Κατέλας και ο Γιώργος Μασταγκάς. Μαζί τους εκτελέστηκε και ο συμπατριώτης μας δάσκαλος Γιάννης Τσιμούρας. Είχε συλληφθεί και αυτός στη Θεσσαλονίκη και βρισκόταν απομονωμένος με άλλους πατριώτες σε διαφορετικό θάλαμο στο ίδιο στρατόπεδο. Ένα στρατόπεδο που έγινε κολαστήριο χιλιάδων γενναίων πατριωτών.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΝΙΚΑΣ
Εκτελέστηκε από τους Γερμανούς, ως αντίποινα για το θάνατο Γερμανών που σκοτώθηκαν σε σύγκρουση με τον Ε.Λ.Α.Σ.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΚΑΤΕΛΑΣ
Εκτελέστηκε από τους Γερμανούς
ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΑΣΤΑΓΚΑΣ
Εκτελέστηκε από τους Γερμανούς
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΙΜΟΥΡΑΣ
Εκτελέστηκε από τους Γερμανούς ως αντίποινα για το θάνατο Γερμανών σε σύγκρουση με τον Ε.Λ.Α.Σ.
Όλοι οι παραπάνω αδικοσκοτωμένοι συμπατριώτες μας ήταν άξια παλικάρια. Από μαρτυρίες των επιζώντων συγκρατουμένων τους μάθαμε πως αντιμετώπισαν τον θάνατο με το κεφάλι ψηλά, αποχαιρέτησαν τους συντρόφους τους με ψυχραιμία και, με την προτροπή του μπάρμπα-Θεοχάρη Γκέκα, έψαλλαν τον Εθνικό Ύμνο και ευχήθηκαν στους συντρόφους τους «καλή λευτεριά». Εμείς βέβαια, μετά από αμέτρητες θυσίες, την αποκτήσαμε τη λευτεριά. Αυτούς όμως που θυσιάστηκαν για μας, μέσα στον ευδαιμονισμό μας δυστυχώς τους ξεχάσαμε. Είναι καιρός ο Δήμος Λιτοχώρου να τους θυμηθεί και να τους τιμήσει μαζί με όλους τους άλλους που χάθηκαν με τον ίδιο τρόπο ή έπεσαν στα πεδία των μαχών.
Οι υπόλοιποι μελλοθάνατοι της περιπέτειας γλίτωσαν από του χάρου τα δόντια εντελώς τυχαία και χάρη στη σκοπιμότητα που επέλεξε εκείνη την εποχή ο πανούργος και περιβόητος για την τρομοκρατική του δράση εγκληματίας πολέμου Στρατιωτικός Διοικητής Παπαλόχερ. Ποντάρισε στην πιθανότητα να τους κάνει συνεργάτες του, γιατί, όπως δήλωσε ήθελε να εγκατασταθείι μόνιμα στην Πιερία, κοντά στον πανέμορφο Όλυμπο. Το θεωρούσε σίγουρο ο άνθρωπος ότι η Ελλάδα θα γινόταν μια επαρχία της Γερμανίας και αυτός μόνιμος κομαντατούρ. Αλήθεια, μήπως αποδειχτεί προφητικός, γιατί κάπως έτσι μας βλέπουν και σήμερα οι Γερμανοί.
Έτσι έκλεισε ο επίλογος εκείνης της φοβερής περιπέτειας που υπέστη το Λιτόχωρο με το βομβαρδισμό.
Όμως το χωριό μας δοκίμασε και άλλες επιδρομές το ίδιο καταστρεπτικές και το ίδιο αιματηρές. Θα προσπαθήσω να τις διηγηθώ, αν το μπορέσω μια άλλη φορά. Ελπίζω στο μεταξύ να βρεθεί κάποιος που θα μπορούσε να τις διηγηθεί καλύτερα με περισσότερες λεπτομέρειες και καλύτερη αφηγηματική δύναμη και δεινότητα.
Νίκος Κουκουτάτσιος
Εφημερίδα “Κίνηση” Μάιος 1997