Ιστορικές μαρτυρίες από την Πουλχερία Ρέμπελου Δ΄ ΜΕΡΟΣ

Ελένη Ρέμπελου-Δεληγιάννη

Γ’ ΜΕΡΟΣ

Άλλη οικογένεια παλιά ήταν του μπάρμπα Δημητρώ του Πιτσιρώνη, ήταν το σπίτι των παππούδων και προπάππων του και της θείας Αγγέλικας, κόρης του μπάρμπα Γιώργη Φιλίππου.

Μια πολύ παλιά οικογένεια του κεντρικού δρόμου ήταν αυτή που είχε όλο το τετράγωνο που άρχιζε από το γωνιακό του μπάρμπα Μήτσιου και έφτανε μέχρι το Ρεμπελάδικο. Το πουλήσανε πολύ παλιά και φύγανε γύρω στο 1840-50. Ήταν αρκετοί κληρονόμοι, ένα μέρος αγόρασε η θεία Λένγκω Φαργκάνη και το άλλο το αγόρασε ο μπάρμπα Λιόλιας Γιαννούλης αργότερα και έκτισε σπίτι στην κόρη του, που σύζυγος της ήταν ο Μπόντης. Αυτό από χρόνια πουλήθηκε, το μεγάλο σπίτι και το μισό αγόρασε ο Καλαϊτζής, το άλλο μισό ο μπάρμπα Μήτσιος ο Νικολός.

Ένα παλιό σπίτι που σώθηκε από το κάψιμο του 1878 ήταν του Σιώμηνα. Το σπίτι αυτό πουλήθηκε στον μπάρμπα Βαγγέλη Καζαντζή ή Παυλίδη, αφού ο Σιώμηνας πήρε τη γυναίκα του και τα δυο κορίτσια στην Αμερική, όπου και μείναν για πάντα εκεί.

Ακόμη παλιές οικογένειες του κεντρικού δρόμου ήταν το Κουτσιμανέικο, το παλιό Γρουνέικο, το Ρεμπελέικο, το Τατσοπουλέικο. Το γωνιακό του Γκανιά, ο φούρνος, που βγήκε αρματωλός στον Όλυμπο και πιο κάτω το Γιαννοπουλέικο, το οποίο έπιανε όλη τη γωνία του Παπαγιάννη (Βρέττα), ήταν αδελφομοίρια και έφτανε μέχρι του μπάρμπα Αριστείδη Γιαννούλη (Παπαγιάννη, σημερινός Βρέττας).

Κάτω από το Ρεμπελάδικο, βρισκόταν ένα απέραντο μπαϊρι, το μπαϊρι του Κωσταντά, σημερινό σπίτι Τσιφοδήμου. Και κάτω από το μπαϊρι βρισκόταν ένα παλιό σπίτι που έπιανε, όλο το γωνιακό τετράγωνο, το σπίτι του παππού Χασκάρα. Η οικογένεια Χασκάρα δεν υπάρχει πια σήμερα, ήταν από τις παλαιότερες και πλούσιες οικογένειες. Το σπίτι τους ήταν ένα πολύ μεγάλο αρχοντικό διώροφο προ του 1700, ίσως και παλαιότερο. Είχε απέραντο οικόπεδο το οποίο άρχιζε από του παππού Θεμιστοκλή, έπιανε όλη τη γωνία και έφτανε μέχρι το Ρεμπελάδικο. Ήταν σπίτι γεωργικό με πολλά χωράφια και αμπέλια. Ήταν το πατρικό της γιαγιάς Αναστασίας Ρέμπελου, που γεννήθηκε το 1780-1790 περίπου. Ήταν η μικρότερη κόρη του παππού Χασκάρα και παντρεύτηκε τον παππού Ρέμπελο, ο οποίος ήταν ναυτικός, αρχές του 1800. Τη γριά Μαριγώ Χασκάρα, που ήταν γεννημένη το 1745 τη γηροκόμησε η κόρη της Αναστασία Ρέμπελου. Το σπίτι το Χασκαρέικο πουλήθηκε και αγοράστηκε από τον δάσκαλο Γεώργιο Χουζούρη, ο οποίος δυστυχώς χάθηκε στα μαύρα χρόνια του Εμφυλίου πολέμου. Ήταν ένας άριστος επιστήμονας, παιδί διαμάντι, έλεγε η γιαγιά μου, συνομήλικος με τον μπάρμπα Κώστα το Φούντο το δικηγόρο και τον μπάρμπα Χρήστο το Δεληγιάννη τον αστυνομικό, ο οποίος έμεινε στον Πειραιά και ήταν πατέρας του δικαστικού Γεώργιου Δεληγιάννη. Ήταν άριστος μαθητής και σπούδασε στο Γυμνάσιο της Τσαριτσάνης. Προς την πλευρά του κεντρικού δρόμου, που σήμερα βρίσκεται το σπίτι του Γιάννη Νίκα και Βρέττα, ο παππούς Χασκάρας είχε τις καλύβες του με τα γεωργικά εργαλεία, τα βόδια, τα άλογα κ.α., τα οποία χρησιμοποιούσε στις γεωργικές του εργασίες. Όταν πέθανε τις καλύβες και όλα το μπαχτσέ το χρησιμοποιούσαν για πολλές γενιές οι Γιανουλοπουλαίοι, επειδή ήταν μεγάλη οικογένεια, πολλά αδερφομοίρια, και στο σπίτι τους δεν είχαν μεγάλη ευρυχωρία. Μετά από πολλά χρόνια έμειναν στην κατοχή τους και πουλήθηκε όλο το κομμάτι εκείνο από τους Γιαννουλοπουλαίους στον Αμερικάνο μπάρμπα Δημήτρη Νίκα, και πολύ αργότερα το άλλο μισό σχεδόν στο Βρέττα. Ένα μεγάλο μέρος είχε μείνει με το όνομα μπαϊρι του Κωνσταντά. Όπως έχω ακούσει από τη γιαγιά μου, αλλά και από τη θεία Ευριδίκη Βάρδακα και από τον μπάρμπα Κώστα Φούντο, που η μητέρα του Αικατερίνη ήταν εγγονή της γιαγιάς Χασκάρα, το μπαϊρι ήταν μέρος δικό τους και κτίστηκε ένα οίκημα μεγάλο, που κατά διαστήματα ερχόταν ένας φωτισμένος άνθρωπος, ένας δάσκαλος, ένας λόγιος, έλεγαν οι παλιοί, που η καταγωγή του ήταν από τα μέρη της Ζαγοράς. Μάθαινε γράμματα στα παιδιά, όσο καιρό έμεινε, ανέβαινε τακτικά στο Μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου, που ήταν ξακουστό πνευματικό και θρησκευτικό κέντρο. Μετά από χρόνια, κανένας δεν έμαθε τι απέγινε ο Κωνσταντάς, το σπίτι γκρεμίστηκε, και εγινε ένα απέραντο μπαϊρι, που παίζαν τα παιδιά όχι μόνο της γειτονιάς αλλά και όλου του χωριού. Έμεινε όμως με το όνομα (μπαϊρι του Κωνσταντά). Και σε αυτό οι Γιαννοπουλαίοι εβαζαν τα ζώα τους έκαναν καλύβες, και έμεινε με τα χρόνια και πέρασαν στην κατοχή τους και πουλήθηκε το 1920 από τους Γιαννοπουλαίους και αγοράστηκε από τον μπάρμπα Κώστα Τσιφοδήμο, τον πατέρα του γιατρού Τάκη Τσιφοδήμου και του μακαρίτη Ζήση Τσιφοδήμου. Όπως έλεγε η γιαγιά, είχαν και χωράφια, τα Χασκαρέικα, που μοναδικοί κληρονόμοι ήταν τα εγγόνια της γιαγιάς Χασκάρα, ο μπάρμπα Γιάννης, ο μπάρμπα Θανάσης και η χήρα νύφη τους, η οποία είχε τον μεγαλύτερο αδερφό τον καπετάν Κωνσταντά ή Κότα, παιδιά του μπάρμπα Γιώργη Ρέμπελου και της Αναστασίας Χασκάρα. Ο μπάρμπα Κωνσταντής πνίγηκε νιόπαντρος στη Σμύρνη και η γυναίκα του ήταν κόρη του Κουτσιμανή, θεία του μπάρμπα Θεόδωρου Κουτσιμανή. Ήταν ναυτικοί είχαν καΐκι και δεν μπορούσαν να ασχοληθούν με τις καλλιέργειες των χωραφιών. Η μεγαλύτερη αδερφή της οικογένειας, Αικατερίνη, σύζηγος Γ. Φούντου, προέτρεπε πάντα τα αδέλφια της να ασχοληθούν με την πατρική περιουσία της μάνας τους και να μην την αφήσουν να χαθεί. Πράγματι, πήγαν στην Κωνσταντινούπολη, στα τουρκικά κιτάπια και τη βρήκανε. Ήταν γύρω στα 60 στροφάρια, που κάθε στροφάρι αντιστοιχούσε στα 4 στρέμματα. Όμως η αμοιβή για να ξεκαθαριστούν τα χωράφια και όλη η διαδικασία στοίχιζε 24 χρυσά Ναπολεόνια. Η τιμή των χωραφιών ήταν πολύ μικρότερη για εκείνη την εποχή, διότι τα χωράφια δεν είχαν μεγάλη αξία, και έτσι τα αφήσανε και δεν τα διεκδικήσαν, και έμειναν στα χέρια των καλλιεργητών.

Επίσης, ένα μεγάλο μπαΐρι, που έμεινε ως τις μέρες μας, με το όνομα μπαϊρι του Τσίντζα έχει και αυτό την ιστορία του. Στο μέσον του μπαϊριού υψωνόταν ένα πλούσιο αρχοντόσπιτο, σαν πύργος, το οποίο ήταν του παππού Μπέλιου. Καθώς κάηκε το σπίτι από τους Τούρκους το 1878, η οικογένεια εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη. Σιγά σιγά τα ντουβάρια γκρεμίστηκαν κ’ έμεινε ένα μεγάλο μπαΐρι. Πέθανε ο παππούς Μπέλιος, ο οποίος ήταν καραβοκύρης, από τις παλιές οικογένειες. Τα παιδιά του αγόρια και κορίτσια, ήταν πολλά μερίδια, κ’ έμεινε έτσι, ώσπου κατέληξε να γίνει πλατεία στα σημερινά χρόνια. Κόρη του παππού Μπέλιου ήταν η γιαγιά Τριανταφύλλου, μητέρα του Δρόσου και Γιάννη Τριανταφύλλου, που και αυτοί έχουν πεθάνει. Τα άλλα αδέλφια δε τα γνωρίζω..

Ολόκληρο το κείμενο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Δημότης”









Next
Next

Ιστορικές μαρτυρίες από την Πουλχερία Ρέμπελου Γ' ΜΕΡΟΣ