Ιστορικές μαρτυρίες από την Πουλχερία Ρέμπελου Γ' ΜΕΡΟΣ
Ελένη Ρέμπελου-Δεληγιάννη
Γ’ ΜΕΡΟΣ
Ο παλαιότερος μαχαλάς, έλεγε η γιαγιά μου, και οι παλιές οικογένειες ήταν αυτές που κατοικούσαν γύρω από την εκκλήσία του Αγίου Δημητρίου και τον κεντρικό δρόμο. Ζούσαν στις πατρογονικές τους εστίες, τον 17ο αιώνα, το 16ο, το 15ο και το 14ο, πριν πέσει η πατρίδα μας στην μακραίωνη σκλαβιά στους Τούρκους.
Στα 1700, διηγούταν η γιαγιά Μπιτσικάρη, ο Άγιος Δημήτριος, που ήταν η μεγαλύτερη και παλαιότερη εκκλησία (ήταν το καθολικό) και η οποία καταστράφηκε πολλές φορές από τους Τούρκους, είχε έναν απέραντο αυλόγυρο, που έμοιαζε με ένα πελώριο πάρκο. Είχε πολλά δέντρα γύρω γύρω φλαμουριές, μουριές και φτελιάδες. Δίπλα απ’ την εκκλησία υπήρχε ένα μεγάλο παμπάλαιο διώροφο κτήριο, που ο επάνω όροφος λειτουργούσε ως σχολείο και ο κάτω όροφος στα υπόγεια ήταν οι φυλακές. Οι Τούρκοι κρατούσαν φυλακισμένους, τιμωρούσαν και βασάνιζαν ανθρώπους απ’ την κλεφτουριά. Τους δέρναν ανελέητα και τους κρατούσαν μέχρι να πάρουν σειρά να δικαστούν στα μεγάλα δικαστήρια και να αποφασιστεί η ποινή τους, που σίγουρα ήταν ο θάνατος. Μόλις οι Τούρκοι φεύγαν, οι γιαγιάδες Γουζέλη, Μπιτσικάρη και Βάρκα τους πηγαίνανε λίγο φαγητό, νερό να δροσισθεί η ψυχή τους και κανένα ρούχο να βάλουν.
Πρώτη παλιά οικογένεια, πολύ πλούσια, ήταν του παππού Γουζέλη. Το σπίτι, που σήμερα σώθηκε, το «Καλλιστώ», και δίπλα χωρισμένο του μπάρμπα Γρηγόρη Γουζέλη, που πουλήθηκε στο Μπαμπάτσικο. Αυτό το σπίτι είχε απέραντο οικόπεδο περιελάμβανε το μαραγκάδικο, την γωνιά που πουλήθηκε πολύ αργότερα στο μπάρμπα Σωτήρη Μόχλα και έφτανε μέχρι το μπάρμπα Κώστα Γουζέλη. Η οικογένεια αυτή είχε τόσο πλούτο, τόση αρχοντιά, τόσο χρυσό, που σε γιορτές και σε χρονιάρες μέρες στόλιζαν το σπίτι τους, κρεμούσαν χρυσά φλουριά στα μαξιλάρια, στο υφαντό τζακλίκι, πάνω από το τζάκι σαν κρόσσια και στους μπερντέδες, στα παράθυρα. Οι ξαφνικές επιδρομές των Τούρκων και οι βιαστικές μετακινήσεις των ανθρώπων να σωθούν, να γλιτώσουν το κεφάλι τους, σε πλησιέστερα χωριά και σε πόλεις και κυρίως η απουσία τους για μεγάλο χρονικό διάστημα από τον τόπο τους στάθηκε η αιτία να χάσουν τα χρήματα τους, που πρόχειρα και βιαστΙκά τα κρύβανε, και τότε το χρήμα κυκλοφορούσε σε χρυσό. Πολλοί γέροι γονείς δεν ενημέρωναν τα παιδιά τους, που κρύβανε τα χρήματα και πέθαιναν από αιφνίδιο θάνατο. Πολλοί γέροι πέθαναν από τις ταλαιπωρίες και τις κακουχίες, η περιουσία τους γινόταν πολλά μερίδια, δημιουργούνταν μεταξύ τους φιλονικίες για τα μερίδια, περνούσαν τα χρόνια, χανόταν η περιουσία τους και δε τη διεκδικούσαν. Τα ταξίδια εκείνη την εποχή και οι μετακινήσεις των ανθρώπων από το ένα μέρος στο άλλο, ήταν πολύ δύσκολες ίσως και απραγματοποίητες. Πολλών ανθρώπων τα σπίτια γίνανε μπαίρια, χάσανε τα χωράφια και τα αμπέλια τους, και αρκετοί ήταν αυτοί που δεν ξαναγυρίσαν στον τόπο τους, μείναν σε ξένα μακρινά χώματα, όπου και πέθαναν.
Κάτι παρόμοιο συνέβη και στους Γουζελαίους και χάσανε τα χρήματα τους γύρω στο 1840-50 και σε μερικές άλλες οικογένειες. Άλλη πολύ παλιά πλούσια οικογένεια ήταν του παππού Μπιτσικάρη. Γνώριζαν γράμματα και ήταν άνθρωποι που αποτελούσαν το συμβούλιο της εκκλησίας. Μεσολαβούσαν στο υπόδουλο γένος και συμβούλευαν να επικρατεί η αγάπη, η ομόνοια και η ειρήνη. Παλιές οικογένειές ήταν επίσης του παππού Σαλεπτσή, της θείας Θεοδώρας και Τασίας Φούντου, το Πιτσαβέικο, του Γκουντέλια που ήταν πολλά αδελφομοίρια. Στις αρχές του 1800 χτήστηκε του Μήτρακα κολλημένο με του παππού Αδαμόπουλου ή Καπλάνη, που ήρθαν κυνηγημένοι από την Καρυά. Στη θέση των δύο γωνιακών σπιτιών μπάρμπα Λιόλια Γιαννούλη και Αριστείδη Γιαννούλη υπήρχαν οικογένειες ενωρίτερα, πολύ πλούσιες και πολύ παλιές, οι οποίες τα πουλούσανε και τα αγόρασε ο Γιαννούλης, γύρω στο 1850, πουλήσανε και τα κτήματα τους και φύγανε από το χωριό. Η γιαγιά ήξερε και τα ονόματα τους, εγώ όμως δε τα θυμάμαι.
Άλλο παλιό σπίτι ήταν του παππού Σταμούλη, των παππούδων και των προπάππων, πολύ παλαιότερα από το 1700. Ήταν το πατρικό του μπάρμπα Αποστόλη και μπάρμπα Ζάχου του ράφτη. Όταν κάηκε το χωριό το 1878, αυτοί εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη, κοντά στην Παναγιά Ευαγγελίστρια, όπου ο μπάρμπα Ζάχος άνοιξε ραφείο, που ήταν πασίγνωστο και ο ίδιος άριστος ράφτης, με πολύ καλή πελατεία. Είχανε και χωράφια, τα οποία ευτυχώς τα γλυτώσανε και τα μοιράσανε εξίσου με τις αδερφές τους, Φωτεινή Ρέμπελου, Παρασκευή Χραπανά και Αικατερίνη Οικονόμου, μητέρα του μπάρμπα Θεοφάνη, του σιδερά στο πάρκο. Το σπίτι αυτό πουλήθηκε και αγοράστηκε από τον Αμερικάνο μπάρμπα Δημήτρη Νίκα, γύρω στο 1920. Είναι το σημερινό σπίτι του Θανάση Νίκα, κοντά στον παλιό φούρνο του μπάρμπα Γιάννη του Τζιομπάνου.
Επίσης, παλιές οικογένειες ήταν του μπάρμπα Νικολή του Μπόντη και της θείας Μαριγώς, οι οποίοι ήταν καντηλανάφτες στον Άγιο Δημήτριο, όταν κάηκε το χωριό, το σπίτι τους και το σημερινό σπίτι του γιατρού Κατσαμπέκη, ακόμη του Ναούμ, που αγοράστηκε πρόσφατα από τον Αδαμόπουλο Κώστα, του Κοκκώνα του μπάρμπα Γιώργη και των παππούδων του, ήταν το πατρικό του Δήμαρχου Θανάση Κοκκώνα και της αδελφής του Αικατερίνης, συζήγου του Γ. Τατσιοπούλου, άλλο ήταν του μπάρμπα Γιάννη Γιαννούλη, από τα παλαιότερα που βρισκόταν μέχρι πρόσφατα.
Το σπίτι του Γκουντέλια, που ήταν πολλά αδέρφια, του Φαργκάνη, του Γκούρβα, του Βάρκα του μπάρμπα Δημητρού, του παπά Γιαννούλη, των παππούδων και προπάππων του και επίσης το σπίτι του Τσιτσιλίκα, πολύ παλιάς ναυτικής οικογένειας. Τα σπίτια των Μπονταίων, του μπάρμπα Νίκου, πολύ παλαιά, που αγοράστηκαν από τον μπάρμπα Αποστόλη Γρούνα το γωνιακό, του Μπόντη του μπάρμπα Γιάννη, του σημερινού γιατρού, και του μπαρμπα Γιάννη Λεμόνα, πάρα πολύ παλιάς οικογένειας, ήταν το πατρικό της θείας Αθηνάς Αναγνωστοπούλου. Ο μπάρμπα Γιάννης Λεμόνας είχε γολέτα και έκανε μια τυροκομική επιχείρηση με κασέρια, τυριά και κεφαλοτύρια. Το προσωπικό που εργαζόταν ήταν Ηπειρώτες και ήταν άριστοι στο είδος των τυριών. Το μαγαζί το κράτησε πολλά χρόνια και αργότερα νοικιάστηκε στον μπάρμπα Γιάννη Δαδούλη. Μετά από το Δαδούλη νοικιάστηκε ως κρεοπωλείο στον μπάρμπα Αποστόλη τον Γκαζδόγκα. Στη θέση του σήμερα υπάρχει καινούργια οικοδομή.
Συνεχίζεται…..
Ολόκληρο το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Δημότης”