Ιστορικές μαρτυρίες από την Πουλχερία Ρέμπελου Ε΄ ΜΕΡΟΣ
Ελένη Ρέμπελου-Δεληγιάννη
Ακόμη μια πολύ παλιά οικογένεια ήταν του Γεροτζιότζιου. Ήταν οι παππούδες και οι προπάπποι του γιατρού Παύλου. Φύγανε με το χαλασμό στην Αλεξάνδρεια και ο γιατρός Παύλος άλλαξε το επίθετο και ονομάστηκε Ολύμπιος. Άλλες οικογένειες ήταν του παππού Μπακλαβά, το Πατσαρέικο, του Λασπόπουλου, τα Ρουντέικα, ενας μαχαλάς από σπίτια, και φτάνουμε στο Παζάρι.
Το Παζάρι στα χρόνια της Τουρκοκρατίας είχε άλλη όψη. Ήταν το κεντρικότερο μέρος του χωριού. Αποτελείτο από πολλά μικρά μαγαζάκια, καφενεδάκια, κι είχε μεγάλο άνοιγμα, διότι τα σπίτια βρισκόταν στο βάθος και είχαν μεγάλες αυλές. Ήταν μια ευρύχωρη και ανοιχτή πλατεία, που σύχναζε κάθε μέρα ο Αγάς με το επιτελείο του. Πίνανε τον καφέ τους, καπνίζανε τον αργιλέ τους και τρώγαν τα νόστιμα σημίτικα κουλούρια, τα οποία γινόταν από φτάσμα (είδος μαγιάς από ρεβύθι) από τον φούρνο του Γκάλιου.
Ο φούρνος του Γκάλιου του μπάρμπα Φάνη ήταν πάρα πολύ παλιός. Οι γονείς του και οι παππούδες του τον είχαν και όταν έγινε το 1878 το κάψιμο του χωριού, τα αδέρφια του φύγαν στην Καβάλα και στη Θεσσαλονίκη. Ο Ζαχαρατζής ή Πειστικός δεν είχε τότε ζαχαροπλαστείο, όλο το οικόπεδο ήταν του Γκάλιου, ο φούρνος, το σπίτι και μια μεγάλη αυλή. Από την απέναντι πλευρά ήταν το Γκολεμέικο, πολύ παλιό σπίτι, με πολλά αδερφομοίρια. Ήταν το πατρικό της θείας Ευγενίας Τσιφοδήμου. Αυτοί με την καταστροφή φύγανε, άλλοι στην Αμερική και άλλοι μείναν στη Θεσσαλονίκη.
Μέχρι το 1912-1913 δεν υπήρχαν μεγάλες αλλαγές. Καθώς φύγαν οι Τούρκοι γκρεμίστηκαν πολλά μικρά μαγαζάκια και κτίστηκαν δυο μεγάλα καφενεία, του Ζήσκα τα ψαράδικα, και το μεγάλο διώροφο σπίτι του Μήλιου του μπάρμπα Ζήση, του Αμερικάνου, σημερινό φαρμακείο Λάππα. Μετά κτίστηκε του Δότσιου του μπάρμπα Δημήτρη το κατάστημα υφασμάτων, δίπλα στο σπίτι του Μπιμπλή, με δύο πεζουλάκια για να ξεκουράζεται ο περαστικός και μια βρύση με κρύο νερό. Κτίστηκε μετά το μεγάλο ξενοδοχείο από τον Αμερικάνο τον Γκολέμα, κάτω όμως είχε μαγαζιά αλλά πολύ έξω προς το δρόμο. Το σπίτι του μπάρμπα Γρηγόρη του Φούντου που και αυτό δεν υπάρχει σήμερα. Λίγο πιο κάτω του Γιαννόπουλου και το μεγάλο οικόπεδο του Γεωργουλή με τα πολλά μαγαζάκια, όπως ήταν παλιά. Το Μαυρουδέικο, το Καρπωνέικο, κάτω από το Μήλιο, και σχεδόν οι παλιές οικογένειες γύρω από τον Άγιο Δημήτριο, το Δημουτσέικο, του Παπαδήμου κ.α.
Στα χρόνια της σκλαβιάς, που στα Γιάννενα κυβερνούσε ο αιμοβόρος Αλή Πασάς, ήρθαν πολλοί κυνηγημένοι χριστιανοί και βρήκαν άσυλο στο Λιτόχωρο. Εξασφάλισαν σε πολλούς τομείς εργασία, όπως υλοτομία, μεταφορά ξυλείας (κερατζήδες, κτίστες, ψαράδες, κ.α.). Εγκαταστάθηκαν μόνιμα πλέον με τις οικογένειες τους. Από τα μέρη που ήταν η καταγωγή τους πήραν και τα επίθετα. Κατοίκησαν πάνω από τη βρύση «Φοράδα», κοντά στα «Λούκια», και στις γύρω άκρες του χωριού. Η περιοχή αυτή, έλεγε η γιαγιά, έχει ξένο κόσμο, όχι ντόπιο. Θα αναφέρω μερικά ονόματα που έχει συγκρατήσει η μνήμη μου. Ο παππούς Τριανταφύλλου ή Καλλιός ή Καραγκούνης, ο οποίος ήρθε από τα Άγραφα. Ο παππούς Τσίρος από τα Γρεβενά, ο παππούς Κατραντζής ή Παπαδημητρίου από τη Σαμαρίνα, η οικογένεια Χασιώτη από τα Χάσια, οι Κρανιωταιοι από την Κρανιά Γρεβενών, οι οποίοι ήταν κερατζήδες, οι Νταβαναίοι από την Ήπειρο, η οικογένεια Σκρέτα από την Ήπειρο, η οικογένεια Νίκα από τον Κοκκινοπλό, οι Γκεκέοι ή Γκέκηδες από την Ήπειρο, ο παππούς Καπλάνης ή Αδαμόπουλος, ο παππούς Μήτρακας από την Καρυά, ο παππούς Βλαχοπαναγιώτης από την Καρυά κ.α.
Το Λιτόχωρο, καθώς περνούσαν τα χρόνια, όλο και μεγάλωνε σε έκταση και πληθυσμό. Οι άκρες όλες γέμισαν σπίτια. Φύτρωσαν σαν τα μανιτάρια, υπήρχαν πολυμελείς οικογένειες, είχαν όμως τη συμπαράσταση της εκκλησίας και όλου του χωριού, που ο κοσμάκης άφησε το σπίτι του, τους συγγενείς του και αγωνιζόταν να επιβιώσει σε άλλο μέρος για να βγάλει το πικρό ψωμί του.
Ολόκληρο το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Δημότης”