Ελένη Ρέμπελου-Δεληγιάννη
1912- Απελευθέρωση από τον Τουρκικό ζυγό. Η δοξολογία στον Αη-Γιώργη. από το αρχείο του Στάθη Κοψαχείλη.
Το γένος μας, έλεγε η συγχωρεμένη η γιαγιά μου, τράβηξε πολλά δεινά, μαρτύρησε στα 400 χρόνια της μακραίωνης σκλαβιάς. Μαύρο και πικρό ήταν το δάκρυ που έριχνε. Ούτε ζωή βασανισμένη, στερήθηκε την ελευθερία το πολυτιμότερο αγαθό, κι αυτό που παρακαλούσε μέρα νύχτα ήταν πότε θα ξεσκλαβωθεί και θα έρθει η πολυπόθητη λευτεριά στα μέρη μας.
Και πραγματικά, το όνειρο τόσων αιώνων έγινε πραγματικότητα. Το τμήμα της Μακεδονίας ελευθερώθηκε από την τουρκικό ζυγό το 1912-13 στους Βαλκανικούς πολέμους. Τότε, έλεγε η γιαγιά μου, ήταν το αποκορύφωμα της χαράς, πανηγύριζε και γλεντοκοπούσε το γένος μας. Οι Τούρκοι βλέπαν την αντίστροφη μέτρηση, όλα άλλαξαν έγιναν τα πάνω κάτω. Ενώ ήταν κατακτητές, τώρα ήταν ανήσυχοι, στεναχωρημένοι κλεισμένοι στην αστυνομία και προβληματισμένοι για την τύχη και τη ζωή τους. Ο μπάρμπα Γρηγόρης ο Φούντος, που ήταν πρόεδρος και χρόνια πολλά δημογέροντας, τους είπε να μην ανησυχούν για τη ζωή τους και τους διαβεβαίωσε πως αξιοπρεπώς με τις οικογένειες τους και με όλο τους το νοικοκυριό θα οδηγηθούν σε ασφαλές μέρος και θα συμπτυχθούν στο στράτευμα, το οποίο θα υποδείξουν οι Έλληνες αξιωματικοί. Μάλιστα, μέχρι τον τελικό προορισμό τους θα έχουν, συνοδό τον γιο του, τον μπάρμπα Νικολάκη Φούντο. Έτσι και έγινε. Οι Τούρκοι φεύγανε με την ακολουθία του Αγά, τους στρατιωτικούς τους με τις τούρκικες οικογένειες τους. Οι Έλληνες πανηγύριζαν γι αυτό το θαύμα που έγινε, τους φαινόταν απίστευτο. Οι καμπάνες χτυπούσαν, οι ιερείς έψαλλαν χαρμόσυνα τροπάρια στο θεό, που η θεία πρόνοια έκανε το θαύμα της και ξεκουμπίστηκε η Τουρκία από τα μέρη μας. Φτάσανε στην ασπρόη, παρακάτω από τα «Κατούνια» οι Τούρκοι. Οι Λιτοχωρινοί τους βλέπουν σιγά-σιγά να κατηφορίζουν και στο τέλος να τους χάνουν από τα μάτια τους. Ο ενθουσιασμός των χωριανών δεν μπορεί να περιγράφει. Να πως περιέγραφε η γιαγιά μου μερικά από τα γεγονότα που η ίδια έζησε.
Τότε με το Ελληνικό, το 1912-18 ήρθε πολύς ελληνικός στρατός στο χωριό. Πέσανε σαν τα μελίσσια. Δε βρήκαν μέρος να καθίσουν, γιατί ήρθαν πάρα πολλοί. Ξεκίνησαν από όλες τις άκρες, από τα πιο απομακρυσμένα μέρη, να πολεμήσουν για να ελευθερωθή η Μακεδονία, η Θράκη, η Καβάλα. Γι αυτό και επιτάξαν πολλά σπίτια. Εγώ, έλεγε η γιαγιά μου ήμουν παντρεμένη. Στο σπίτι τους έμεινε στρατιωτικός γιατρός. Το κουρείο του μπάρμπα Θόδωρου του Κουτσιμανή πλήρωνε τσιράκια για να κουρεύουν τους στρατιώτες, διότι ο ίδιος δεν προλάβαινε. Τοποθετήθηκαν καρέκλες έξω στο δρόμο, που άρχιζαν από το σπίτι το Ρεμπελάδικο και φτάνανε μέχρι το φούρνο του Γκανιά. Τα καφενεία, τα παντοπωλεία, οι φούρνοι, οι κρεοπώληδες είχαν πάρα πολύ δουλειά.
Ο στρατός πολέμησε με πείσμα και θέληση μεγάλη. Γίνανε σκληρές και φονικές μάχες, κατά τις οποίες, πολλά παιδιά χάσανε τη ζωή τους θυσιάστηκαν για τη λευτεριά της πατρίδας τους. Ο τουρκικός στρατός έχασε στις μάχες, και όλο υποχωρούσε. Μετά τη φυγή των Τούρκων, ήρθαν στο χωριό Γάλλοι στρατιώτες και στρατοπέδευσαν στα «Κατούνια», εκεί ακριβώς που ήταν η παλιά στέρνα. Το χειμώνα με τα πολλά κρύα αρρωστήσαν οι Γάλλοι και μάλιστα μερικοί πέθαναν, και κάνανε το γαλλικό νοσοκομείο στη Σκάλα, στον Άγιο Διονύσιο. Επίσης, στα σχολεία καθιερώθηκε σα μάθημα υποχρεωτικό τα γαλλικά και ο γαλλικός εθνικός ύμνος.
Πριν καλά-καλά προφθάσουν να χαρούν την ελευθερία, αυτό το μεγάλο αγαθό που στερήθηκαν 400 χρόνια, ήρθαν δυσάρεστα και λυπητερά γεγονότα στο χωριό. Οι Λιτοχωρίτες χωρίστηκαν σε διάφορα κόμματα και άρχισε η φαγωμάρα, ένας φανατισμός πολιτικά μίση και αντιπαλότητες, που στάθηκαν αιτία και είχαν ως αποτέλεσμα ολέθριες και λυπητερές συνέπειες για τον τόπο και τον λαό. Τα κόμματα εκπροσωπούσαν διάφορες πλούσιες οικογένειες και ο καθένας είχε και τους δικούς τους οπαδούς. Ο μπάρμπα Γρηγόρης ο Φούντος, δε ξαναβγήκε πρόεδρος στο Λιτόχωρο. Αντίπαλος πολιτικός του ήταν η παράταξη του Χρήστου Φιλίππου, ενός πολύ μορφωμένου ανθρώπου, του Γεωργίου Τατσιόπουλου και των Γιαννουλοπουλαίων.
Από ημέρες προειδοποιήσανε τον μπάρμπα Γρηγόρη το Φούντο, ότι θα γίνουν επεισόδια και δε γνώριζε κανένας τι έκταση θα μπορούσαν να πάρουν τα γεγονότα, και καλό θα ήταν να απομακρυνθεί εκείνο το διάστημα, που είχαν οξυνθεί τα πράγματα. Οι περισσότεροι σύμβουλοι του φύγανε από το χωριό και εγκαταστάθηκαν προσωρινά, μέχρι να περάσει η μπόρα και να ηρεμήσουν τα πνεύματα, στη Λεπτοκαρυά. Ο μπάρμπα Γρηγόρης αρνήθηκε να φύγη από τον τόπο του γιατί ήταν ηλικιωμένος άνθρωπος. Η προσφορά του στο χωριό και στο λαό ήταν πολύ μεγάλη, ως Προέδρου (Δημογέροντα), αλλά και όλης της οικογένειας των γονέων του, των παππούδων και των προπάππων του. Την Κυριακή των Βαΐων του έτους 1914-15 πήγε να εκκλησιαστεί. Μετά την απόλυση της εκκλησίας, τον πήρανε για ανάκριση […], τον κλείσανε φυλακή και από ‘κει τον στείλανε εξορία, στις φυλακές της Μυτιλήνης, όπου και πέθανε από τις κακουχίες και τις στερήσεις. Αργότερα, τα πράγματα ησύχασαν, αποκαταστάθηκαν, ησυχία και ηρεμία επικρατούσε, όμως το κακό έγινε. Οι Λιτοχωρίτες, κόψανε ένα κλαδάκι ελιάς το βάλανε στο πέτο και τραγουδούσαν.
Χαιρετήστε την ελιά αδέρφια
Η ελιά είναι Λευτεριά
Να τη βάλουμε στο στήθος,
Για να φύγει η σκλαβιά.
Χαιρετίστε την ελιά, αδέρφια
Η ελιά είναι Λευτεριά
και η Άγκυρα θα πέση
μέσα στα βαθία νερά.
Όλοι οι εξόριστοι μας ήρθαν
Από τη Λεπτοκαρυά,
Μα ο Φούντος ο καημένος
Έμεινε μες στα νησιά.
Κάθε φορά που η γιαγιά μου τραγουδούσε, και μάλιστα, όταν έγνεθε το μαλλί στο τσικρίκι, το είχε σα μοιρολόι. Δάκρυα βροχή τρέχανε από τα μάτια της, στο τέλος η φωνή της γινότανε λυπητερή, και ανάμεσα σε λυγμούς ψέλλιζε. “Καϋμένε μπάρμπα Γρηγόρη, εσύ που πρόσφερες τόσα καλά στον τόπο σου και στον λαό σου γιατί να έχεις τόσο κακό και άδικο τέλος. Εσύ, που Χριστούγεννα, Πάσχα, Αποκριές, το σπίτι σου ήταν ένα μοναστήρι για τις φτωχές και κατατρεγμένες οικογένειες. Η αυλή του σπιτιού του και όλο το παζάρι γέμιζε φτωχό κόσμο δυστυχισμένο, χήρες και ορφανά. Με τη σειρά παίρνανε αλεύρι, λάδι, τυρί, κρέας να γιορτάσουν τις άγιες μέρες των Χριστουγέννων, της Αποκριάς και του Πάσχα και να μη μείνουν πεινασμένοι και καταφρονημένοι”.
Ο μπάρμπα Γρηγόρης, ήταν μια από τις πιο πλούσιες οικογένειες όχι μόνο του χωριού αλλά και όλης της Πιερίας. Έκτος από τα κτήματα του, που ήταν που ήταν περισσότερα από 700 στρέμματα εκείνη την εποχή, ήταν έμπορος της ξυλείας του Αγίου Διονυσίου και εμπορευόταν και την ξυλεία από το δάσος των Πιερίων, μιας μεγάλης ιδιόκτητης έκτασης που ήταν τσιφλίκι της νύφης του, γυναίκας του γιού του Διονύση, που τον σκότωσαν οι κλέφτες. Το δάσος πολλές χιλιάδες στρέμματα το λέγανε «Αδριανό». Η νύφη του καταγόταν από μια πλούσια οικογένεια από την Βερδικούσα, τους Μαντζαραίους. Όταν χάθηκε ο σύζυγος της, πήρε τα κορίτσια της και πήγε στο πατρικό της, αφού πουλήθηκε το σπίτι του μπάρμπα Διονύση και πήρε και το μερίδιο από τα χωράφια του συζύγου της. Το σπίτι το αγόρασε κάποιος Τηλέγραφος και είναι αυτό, που σώζεται μέχρι σήμερα ανακαινισμένο βέβαια, στου Τσίντζα το μπαΐρι, το γωνιακό καλυμμένο με του μπάρμπα Δημήτρη Τσίντζα κοντά στο παλαιό φαρμακείο του μπάρμπα Νικολάκη Βασιλείου. Λίγο αργότερα πέθανε η κόρη του, η μεγάλη η Σταματία, στην Αμερική, η οποία ήταν σύζυγος του παππού Τάρταρου ή Βλαχόπουλου και μητέρα του οδοντιάτρου Βαγγέλη Βλαχόπουλου. Το σπίτι αυτό πουλήθηκε τώρα τελευταία και έχει γίνει ένα μικρό παρκάκι κάτω από το σπίτι του Λάππα στο παζάρι. Στη μνήμη της κόρης του και της συζύγου του, οι Φουνταίοι και Βλαχοπουλαίοι δώσανε μεγάλο χρηματικό ποσό και έτσι έγινε η γέφυρα για τον Άγιο Αθανάσιο. Ήταν ένας κακότοπος που κοβόταν η ανάσα σου, για να κατέβης και να ανέβης πάλι τα σκαλοπάτια. Αυτήν την κακοτοπιά την ονόμαζαν Κατεβάστρα. Μεγάλο χρηματικό ποσό δώσανε ακόμη και στις ανάγκες του Δημοτικού σχολείου.
Η γιαγιά μου θυμόταν πάντα τα λόγια της μάνας της κάθε φορά που της έλεγε:
«Ευχή και κατάρα σ΄αφηνώ κορίτσι μου, Πουλχερία, τις πίκρες, τα δάκρυα και τα βάσανα που πέρασε το γένος μας, αν σ΄αξιώσει ο θεός και ζήσεις, να τα διηγηθείς στα εγγόνια, στα παιδιά σου. Η κάθε γενιά, που θα έρθει, θα περάσει και θα φύγει, πρέπει να ξέρει τι πέρασε το γένος μας».
Το αφιερώνω στη μνήμη της γιαγιάς μου Πουλχερίας Γ. Ρεμπέλου
Η Ελένη Ρέμπελου Δεληγιάννη κατέγραψε τις αφηγήσεις της γιαγιάς της Πουλχερίας Ρέμπελου, με μοναδικές λεπτομέρειες και πληροφορίες. Ένα πολύτιμο τεκμήριο προσωπικής μαρτυρίας για το Λιτόχωρο και τους ανθρώπους του που καλύπτει ένα μεγάλο άγνωστο κομμάτι της ιστορίας του στα χρόνια της Τουρκοκρατίας.
Ολόκληρο το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Δημότης”