Μαρτυρία ενός αγωνιστή για τον πόλεμο του 1940 και τη Γερμανική Κατοχή

“ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΤΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΓΕΩΡ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ (1918-2017) ΓΙΑ ΤΑ ΠΟΛΕΜΙΚΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΤΟΥ 1940 ΣΤΟ ΑΛΒΑΝΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ”

Η ΖΩΗ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

Γεννήθηκα το 1918 στο Λιτόχωρο. Το 1925 έως το 1931 πήγα σχολείο. Από κει και πέρα βοηθούσα τον πατέρα μου που ήταν ψαράς. Η ζωή είχε πολλές στερήσεις.δε μπορώ να σας μεταφέρω τις δυσκολίες που αντιμετωπίζαμε καθημερινά. Σήμερα τα πράγματα έιναι πολύ διαφορετικά. Δεν είχαμε να αγοράσουμε εφημερίδα να διαβάσουμε.

Υπήρχε φτώχεια μεγάλη. Δεν υπήρχαν και νόμοι.

Εγώ που τελείωσα το σχολείο ανήκα στους προνομιούχους, καθώς ελάχιστοι είχαν αυτή την πολυτέλεια. Τότε όλοι δούλευαν από νεαρή ηλικία. Άλλοι πήγαιναν μούτσοι στα καΐκια, μιας και το Λιτόχωρο είχε πολλά, άλλοι βοηθούσαν τον πατέρα τους που είχε γίδια και πρόβατα. Τότε υπήρχαν γύρω στα 40 κοπάδια. Δεν υπάρχουν σήμερα αυτά, 5-6 κοπάδια μόνοκι αυτά πιο σύγχρονα. Σαν μέσο μεταφοράς είχαμε τα μουλάρια. Από το Βαρικό ως το Μπαλαμούγκι το στάρι που θερίζονταν μεταφέρονταν ως το χωριό με τα μουλάρια.

Επειδή με ρωτάτε αυτό, εγώ όταν ήμουν στην προσχολική ή σχολική ηλικία θυμόμουν ότι το Λιτόχωρο είχε δύο ή τρία αυτοκίνητα. Το πιο παλιό ήταν του μπαρμπα Χαρίκλειου του Βλάχου. Οι δρόμοι ήταν στρωμένοι με χώμα και αυτά τα αυτοκίνητα μετέφεραν κόσμο όταν χρειαζόταν.

Εδώ στο Λιτόχωρο υπήρχε ένα γυμνάσιο. Καθηγητές του ήταν η κυρία Σμαρώ, ο Αξατζίδης, ο Υετίων, όλοι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία. Αυτοί κατοικούσαν στα λεγόμενα “Προσφυγικά”.

Η ΕΠΙΣΤΡΑΤΕΥΣΗ

Μας καλούν στην επιστράτευση. Όσοι ήταν της κλάσης που ζητούσαν, πήγαμε με τα πόδια ως το σιδηροδρομικό σταθμό κι από κει πήγαμε στα κέντρα στρατολόγησης. Εγώ πήγα στη Βέροια, καθώς εκεί είχα υπηρετήσει κι από κει πήρα απολυτήριο. Εκεί, λοιπόν, συγκροτούνται τμήματα και ο κάθε λόχος που ήταν έτοιμος, άρχιζε την πορεία προς το μέτωπο. Από τη Βέροια ως την Κορυτσά πεζοί. Λιτοχωρίτες στο δικό μου λόχο ήταν κάπου 7-8 από τους οποίους τώρα νομίζω δε βρίσκεται κανείς εν ζωή. Ήταν οι: Κουφίτσας, Φούντος, Τιμολέων Μόχλας, Οδυσσέας Μπακλαβάς, Ξενοφών Πλαδής, Γιάννης Δημόπουλος. Μπήκαμε στην Κορυτσά σε αλβανικό έδαφος και προχωρήσαμε για να φτάσουμε τα τμήματα που μάχονται. Σε ένα χωριό όπου σταθήκαμε, έρχονται δύο ιταλικά αεροπλάνα και αρχίζουν να πολυβολούνε. Εμείς είχαμε τρεις νεκρούς και τέσσερις τραυματίες. Θυμάμαι ένα σφάγιο που είχαμε κρεμασμένο σε ένα στύλο ότι το έκοψε η ριπή στη μέση. Από κει προχωρήσαμε και πριν την Κλεισούρα εμάς που ήμασταν νεότεροι και είχαμε υπηρετήσει στο στρατό, μας πήρανε για την πρώτη γραμμή. Από κει και πέρα ήμουν μαχητής της πρώτης γραμμής. Συνολικά καλέσανε πέντε κλάσεις στην επιστράτευση αλλά δεν πήγαν όλοι στην Αλβανία. Το σχέδιο πήρε όσους χρειαζόταν να πάρει. Πολλοί ασχολήθηκαν στα μετόπισθεν και τον ανεφοδιασμό.

ΠΟΡΕΙΑ ΠΡΟΣ ΤΟ ΜΕΤΩΠΟ

(οι συνθήκες που επικρατούσαν και η ψυχολογία των στρατιωτών)

“Όταν πας στον πόλεμο, είναι σαν να βγαίνεις χωρίς ομπρέλα στη βροχή. Το ξέρεις ότι θα βραχείς. Το παίρνεις απόφαση. Παύεις να είσαι άτομο. Γίνεσαι μέλος μιας ομάδας, ενός συντάγματος. Δεν είσαι μόνος, ούτε ο μόνος.

Στον δρόμο που πας, συναντάς κι άλλα τμήματα και άλλους στρατιώρτες. Στο δρόμο βλέπεις να έρχονται μουλάρια και τραυματίες πάνω σε φορεία. Όλα αυτά σου δημιουργούν ένα συναίσθημα αλλιώτικο πια από αυτό που είχες στο σπίτι σου.

Ο πόλεμος είναι στέρηση. Δε σε προλαβαίνουν ούτε τα μέσα ούτε οι μεταφορές. Τότε γίνονταν όλα με τα μουλάρια. Έπρεπε να κινηθούμε με αυτά κι αυτά ήταν χειρότερα από εμάς. Η λάσπη μέχρι πάνω κι αυτά τα καημένα βούλιαζαν μέσα. Άντε να τα βγάλεις. Όλες αυτές οι συνθήκες δημιουργούν εκείνο το πνεύμα που λέμε: προετοιμασία για το χειρότερο.

Στη διαδρομή από τη Βέροια ως την Κορυτσά δεν πηγαίναμε από τους δρόμους αλλά από τα απάτητα και άβατα μέρη. Θυμάμαι που επιστρατεύαμε από τα χωριά που περνούσαμε, κάρα με δύο ρόδες που τα έσερναν βόδια. Μετά από λίγο σε άλλο χωριό τα αλλάζαμε αυτά. Μάλιστα μου έμεινε στο μυαλό αυτό: πόση καθυστέρηση είχαν τότε. Τέλος πάντων, με τα κάρα μεταφέραμε τα πυρομαχικά κι ό,τι χρειαζόταν ένας λόχος. Κάναμε περίπου μια εβδομάδα να φτάσουμε. Περνώντας μέσα από τα διάφορα χωριά, ο κόσμος ήταν προετοιμασμένος και προθυμοποιούνταν να βοηθήσει το στρατό να περάσει πιο εύκολας από το δρόμο και άλλα πολλά. Πάντως σε αυτά τα χωριά υπήρχε μεγάλη καθυστέρηση και πολύς φτωχός κόσμος που ζούσε από τη γεωργία και την κτηνοτροφία.

Όσον αφορά στην ψυχολογία των στρατιωτών και του κόσμου, θα σας πω ότι ο πόλεμος δεν έπεσε από τα κεραμίδια. Είχε καταληφθεί η Αλβανία από τους Ιταλούς. Στην Ελλάδα είχαμε δικτατορία. Το Μεταξικό καθεστώς δεν επέτρεπε να γίνεται και πολλή ανοιχτή συζήτηση για αυτά τα θέματα. Έτσι ήρθε ο πόλεμος να μπει “καπάκι”. Όλοι ξαφνιάστηκαν και όλοι το περιμένανε. Εξάλλου υπήρχαν και τα ράδια τότε που αναμετέδιδαν ειδήσεις και πληροφορίες. Ακόμα και μέσα στην Κατοχή υπήρχαν παράνομα ράδια. Οι Γερμανοί είχαν κατά κόρον την προπαγάνδα τους αλλά ο κόσμος άκουγε κρυφά στα καταγώγια και τα υπόγεια το Λονδίνο, τη Μόσχα. Αυτοί οι δυο σταθμοί δέσποζαν τότε.

ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΜΜΗ

θα σας διηγηθώ ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο.

Αφού κυνηγήσαμε τους Ιταλούς από την Κλεισούρα, φτάσαμε στους πρόποδες ενός βουνού κι από κει με έναν Αλβανό οδηγό ανεβήκαμε σε αυτό το βουνό που το λένε Τρεμπεσίνα. Εκεί εγκατασταθήκαμε αμυντικά πια.

Όταν φτάσαμε και κοιμηθήκαμε το βράδυ έπεσε πολύ χιόνι και μας σκέπασε. Το πρωί που , βλέπουμε ότι είχαμε για μαξιλάρι από έναν νεκρό Ιταλό. Από κει προχωρήσαμε και πήγαμε σε ένα άλλο μέρος το οποίο ήταν κατάσπαρτο από οξιές. Αυτό ήταν πετροβούνι, είχε όμως και χωράφια όπου καλλιεργούσαν πατάτες. Εγκατασταθήκαμε εκεί περίπου ένα μήνα, ίσως και περισσότερο, ως τις 9 Μαρτίου. Οι Ιταλοί είχαν στρατοπεδεύσει απέναντι μας στην τοποθεσία “Τρία Αυγά”, που ονομάστηκε έτσι γιατί υπήρχαν τρία υψώματα που έμοιαζαν με αυγά. Εκεί είχανε παραταγμένες τριακόσιες τόσες πυροβολαρχίες. Όλο το διάστημα που μείναμε εκεί σκάβαμε χαρακώματα και οι Ιταλοί απέναντι μας βομβαρδίζανε. Αυτήν την ημέρα, στις 9 του Μάρτη, πέραν του ότι βάζανε αυτές τις τριακόσιες πυροβολαρχίες, άκουγες μονάχα ένα μπουμπουνητό-τίποτα άλλο.

Είχαμε πολλές απώλειες τότε κι εμείς και οι Ιταλοί οι οποίοι επιχείρησαν αν μας σπάσουν. Πάνω στα βουνά ο ήλιος καίει διαφορετικά και περισσότερο απ’ ότι καίει εδώ κάτω. Άρχισαν τα πτώματα των σκοτωμένων μα αποσυντίθενται. Ζητήσανε ανακωχή σηκώνοντας άσπρες σημαίες για να θάψουμε τους νεκρούς.

ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΚΑΤΟΧΗ

Έπειτα αφού μάθαμε ότι σπάσανε οι Ιταλοί, πληροφορηθήκαμε ότι μας κήρυξε η Γερμανία τον πόλεμο τον Απρίλιο του 1940. Υποχωρούμε. Υποχώρηση, υποχώρηση…..

Φτάσαμε στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Εκεί φτάσανε και οι Γερμανοί χωρίς να μπούνε στην Αλβανία. Σταμάτησαν στα σύνορα. Εκεί έγινε το άλλο το κακό. Δεν μας αιχμαλώτισαν, αλλά ανέλαβαν να μας οδηγήσουν στα Ιωάννινα. Εκεί εμείς ρίχναμε τα όπλα μας κάτω στο δρόμο κι ένα τανκ περνούσε και τα λιάνιζε. Οι Γερμανοί μπορώ να πω ότι σεβάστηκαν την Ανδρεία των στρατιωτών μας. Από τα Γιάννενα προχωρήσαμε πεζοί ως την Κοζάνη κι από κει στη Βέροια.

Στην αρχή πάντως φέρθηκαν με το γάντι. Όταν ήρθαν στα χωριά και τις πόλεις μας, χρειαζόταν σιτάρια και τρόφιμα και τα σήκωσαν όλα από τις αποθήκες του κόσμου. Πήραν ακόμα και τα χρήματα από τις τράπεζες και τα ονόμασαν “αναγκαστικό δάνειο”. Αυτοί είναι οι νόμοι του πολέμου.

Εκείνα τα χρόνια, εξαιτίας της φτώχειας και της μεγάλης έλλειψης τροφίμων, οι κλατοικοι του Λιτοχώρου και κυρίως όσοι διέθεταν καΐκια, πηγαίναμε συνέχεια σε άλλα μέρη να προμηθευτούμε τα απαραίτητα με τις ανταλλαγές σε είδος. Πηγαίναμε Πήλιο, Σκόπελο, Σκιάθο, Κύμη. Αυτά γινόταν μέσα στην Κατοχή. Στη στεριά η μόνη οδική αρτηρία ήταν η σιδηροδρομική γραμμή. Στους δρόμους δεν μπορούσες να περάσεις. Τους χρησιμοποιούσε ο στρατός. Γινόταν χαμός. Μεγάλη πείνα και εξαθλίωση. Έφευγε ο κόσμος από την Αθήνα και τις γύρω περιοχές και αναζητούσε ψωμί στην Μακεδονία, περπατώντας παράλληλα με τη σιδηροδρομική γραμμή.

Γενικά πάντως οι Γερμανοί “το έπαιξαν” και λίγο φίλοι μας. Τάχα ήρθαν να μας ελευθερώσουν. Ο πόλεμος είναι διπλωματία. Εμείς κάποτε πιάσαμε έναν αιχμάλωτο και τον ρωτήσαμε για ποιο λόγο είχαν έρθει να κατακτήσουν την Ελλάδα.

“Ήρθαμε να σας μορφώσουμε” μου απάντησε.

Όταν έφυγαν οι Γερμανοί το ‘44 εγώ ήμουν ήδη ενταγμένος στην Αντίσταση από το 1943. Εμείς οι Ελασίτες τους κηνυγούσαμε και δεν τους αφήναμε σε χλωρό κλαρί. Δεν είχαμε όμως πολλά όπλα και στρατό οργανωμένο, όπως αυτοί. Αυτοί, όταν έφτασε ο σοβιετικός στρατός στη Βουλγαρία, κινδύνευαν να κυκλωθούν και υποχωρούσαν λίγο άτακτα. Εδώ στα Πιέρια δώσαμε μάχες. Στο Λιτόχωρο ήμουνα σε 2-3 επιχειρήσεις στις οποίες ανατινάζαμε γραμμές. Κρυβόμασταν πάνω στον Όλυμπο και μάλιστα ένα τμήμα- σε αυτό που ήμουνα κι εγώ- το εφοδίαζαν με εκρηκτικά οι Άγγλοι. Εγγλέζικα αεροπλάνα ρίχνανε σε διάφορα σημεία εφόδια. Οι Άγγλοι χρειαζόταν να σαμποτάρουν το κράτος των Γερμανών.

ΤΙ ΠΡΟΣΕΦΕΡΑΝ ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΣΤΗΝ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ

Ό,τι και οι άντρες. Ό,τι μπορούσαν και ό,τι οι συγκυρίες επέτρεπαν.

Μας προμήθευαν με πολεμοφόδια, τρόφιμα και τα άλλα απαραίτητα, κυρίως όμως οι γυναίκες φρόντιζαν τους τραυματίες. Αν τραυματιζόσουν στον πόλεμο αυτόν ήσουν ξοφλημένος, “καμμένο χαρτί”. Οι τραυματίες λοιπόν, επέστρεφαν καβάλα στα μουλάρια-όσοι μπορούσαν- ενώ όσους δε μπορούσαν, τους μετέφεραν οι γυναίκες στα φορεία. Τους πήγαιναν σε υπαίθρια χειρουργεία. Ούτε γάζες, ούτε αναισθητικά, ούτε τίποτα. Κι εγώ είχα τραυματιστεί στον εμφύλιο. Όταν είσαι όμως 28 χρονών αντέχει ο οργανισμός σε τέτοιες συνθήκες, έχει εφεδρείες.

Εμείς είχαμε περίπου 1.000 νεκρούς και πολλούς τραυματίες. Είχαμε αποδεκατιστεί. Τους νεκρούς τους θάβαμε όπου να ‘ ναι.

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΟΛΕΜΟΥ

Θυμάμαι κι ένα άλλο περιστατικό. Στο σημείο όπου είχαμε στρατοπεδεύσει δεν υπήρχε νερό και λιώναμε το χιόνι για να πιούμε κι αυτό αντί να μας ξεδιψάσει, πιο πολύ μας διψούσε. Υπήρχε μία πηγή χαμηλότερα, στα δύο περίπου χιλιόμετρα από εμάς, που είχε πολύ νερό. Με ένα παιδί από τη Βέροια πήραμε τα παγούρια και πήγαμε να γεμίσουμε νερό για όλο το τμήμα. Σταματήσαμε σε έναν μεγάλο δρόμο κάτω από μια οξιά.

- “Κάτσε λίγο να ξαποστάσουμε” λέω στο φίλο μου.

Τότε ακούγεται βόμβος από αεροπλάνα και στη στιγμή αρχίζουνε να πέφτουν βόμβες-ούτε μπορούσες να τις μετρήσεις. Εκεί αγκαλιάσαμε το δέντρο για ασφάλεια κι από πάνω μας πέφτανε κλωνάρια. Γινόταν της κακομοίρας! Καμιά φορά που σταμάτησαν τα αεροπλάνα, λέει ο σύντροφος μου:

- “Πως σου ήρθε αυτήν η σκέψη να κάτσουμε εδώ; Κοίτα τι θα παθαίναμε αν φεύγαμε!”

Κι αυτό επειδή οι βόμβες πέσανε ακριβώς πάνω στην πηγή. Θα είχαμε εξαερωθεί.

Άλλο ένα περιστατικό ανάλογο με αυτό είναι το εξής. Προχωρώντας φτάσαμε σε ένα μέρος και στήσαμε το πολυβόλο. Εγώ είχα τον τρίποδα, ήμουν γεμιστής τότε. Κάποια στιγμή, πάει ο σκοπευτής να πάρει το πολυβόλο, αλλά εγώ άργησα να τον ακολουθήσω. Καμιά φορά πάω να το πάρω. Δεν έφυγα 5-6 μέτρα. Έρχεται ένας όλμος και σκάει πίσω μου. Ευτυχώς έσκασε στο χώμα. Ο πόλεμος τα έχει αυτά. Είτε θα τραυματιστείς, είτε θα σκοτωθείς, είτε θα επιζήσεις.

Αν δείτε στο χάρτη αυτό το μέτωπο το αλβανικό, Μπεράτι, Ελ Μπασάν… όλα αυτά τα πατήσαμε. Οι Ιταλοί δε μπορούσαν να μας σταματήσουν, επειδή δεν μπορούσαν να κάνουν χρήση των μηχανοκίνητων τους στα βουνά. Ήρθαν ως το Καλπάκι. Μπροστά τους ήταν ο ορεινός όγκος του Σμόλικα και του Γράμμου. Είχαν μεραρχίες αλπινιστών, όμως τι να σου κάνει; Ο Έλληνας ήταν πιο εξοικειωμένος με αυτά. Οι “Μακαρονάδες” δεν είχαν και μεγάλη όρεξη για πόλεμο. Στη ζούγκλα επιζεί το λιοντάρι, έτσι λένε. Στον πόλεμο επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας.

- “Τι τρώγατε στον Πόλεμο;” :

Ένας λόγος είναι αυτός. Κάποτε τρώγαμε, κάποτε όχι. Προσπαθούσες με το τίποτα να ζήσεις. Θυμάμαι τους καπνιστές που δακρύζανε τα μάτια τους που δεν είχαν τσιγάρο να καπνίσουν. Πολλά λέγονταν τότε για τη Φανέλα του Στρατιώτη. Η αλήθεια είναι, ότι κάποτε έρχονταν εφόδια, κάποτε όχι.

Η ΣΤΑΣΗ ΤΩΝ ΑΛΒΑΝΩΝ

Πολλοί Αλβανοί, ιδίως στα μέρη που περάσαμε νόμιζαν ότι τους ελευθερώσαμε. Αυτό νομίζαμε κι εμείς. Εμείς, οι απλοί, νομίζαμε ότι πάμε να καταλάβουμε το Μπεράτι, αλλά οι κυβερνήσεις και τα στρατιωτικά επιτελεία είχαν άλλα σχέδια. Τους Αλβανούς άμα τους ρωτούσες “Μουσουλμάνος είσαι ή Χριστιανός;” σου απαντούσαν “Κριστιάν! Κριστιάν!”. Ήξεραν ότι ήμασταν Χριστιανοί και το έλεγαν με φόβο. Απλός κόσμος. Ρημαγμένος. Από όπου περνούσαμε κι εμείς όμως δεν αφήσαμε τίποτα. Αυτοί είχαν τα “δρυιένα”, τους δρεις. Κόβανε τα μικρά κλαδιά, τα χλωρά και τα δίνανε τροφή στα ζωντανά τους. Τα κάψαμε αυτά. Κάψαμε τους φράχτες όλους. Αυτά έχει ο πόλεμος. Δεν αφήνει τίποτα όρθιο.

ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ – ΤΟ ΟΡΑΜΑ

Το 1939 πήγα στρατιώτης. Απολύθηκα κι έκανα δέκα μήνες μόνο πολίτες. Ξαναπήγα στην Αντίσταση. Ως το 1949 ήμουν στρατιώτης-πολεμιστής. Αυτή η γενιά, οι στρατεύσιμοι από 1935 ως το 1950, βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα. Υπάρχουν πόλεμοι που, ας το πούμε, είναι δίκαιοι. Άλλο να έρθω εγώ στο σπίτι σου και να σε βγάλω έξω, να σε διώξω. Εγώ είμαι ο φταίχτης κι εσύ ο αμυνόμενος. Από αυτήν την άποψη κρίνονται οι “δικαιολογημένοι” πόλεμοι. Αλλά αν ο αντίπαλος είναι ισχυρότερος, έρχεται και εφαρμόζει το δικό του δίκιο. Ήρθαν οι Γερμανοί. Εφάρμοσαν το δίκιο τους. Άδειασαν τις αποθήκες με τα τρόφιμα, μας πήραν ότι είχαμε και δεν είχαμε και πέθαναν 600.000 Έλληνες από πείνα.

Ο στρατός κατοχής αντί για έναν σκοτώνει δέκα, όταν κάτι δεν πάει καλά. Η ύπαρξη κλίματος τρομοκρατικού και ο εκφοβισμός είναι απαραίτητα στοιχεία για να μην μπορεί ο αντίπαλος να σηκώσει κεφάλι. Άμα σηκώσει κεφάλι δημιουργεί προβλήματα. Το πρώτο πράγμα που θα κάνει ο αντίπαλος είναι να σπείρει διχόνοια στον κόσμο. Οι πόλεμοι διχάζουν τους ανθρώπους. Αν η Ελλάδα αυτήν τη στιγμή έχει καλύτερη ζωή, το οφείλει στην αντίσταση. Δεν πάνε χαμένοι οι αγώνες.

Αν δεν έχεις όραμα όταν πολεμάς είσαι ξοφλημένος. Ποιο ήταν το όραμα το δικό μας...; το όραμα ήταν να ελευθερωθείς, όχι όμως απλώς να ελευθερωθείς, αλλά να μην αφήσεις μαγιά για τους υπόλοιπους. Γλυτώσαμε, ελευθερωθήκαμε, οι αιτίες όμως να γίνει πόλεμος δεν έχουν ακόμα εξαλειφθεί.

Να μην αφήσεις στο παιδί σου το τουφέκι το δικό σου: αυτό είναι το όραμα του κάθε στρατιώτη.




Η αφήγηση του Θανάση Παπαθανασίου του Γεωργίου (1918-2017) καταγράφηκε κατά τη διάρκεια του εκπαιδευτικού προγράμματος ενηλίκων με τίτλο "Τοπική ιστορία" που πραγματοποιήθηκε από 4-11-2005 έως 9-12-2005, από το Ινστιτούτο Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων, Γενική Γραμματεία Εκπαίδευσης Ενηλίκων, Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων


Next
Next

Ιστορικές μαρτυρίες από την Πουλχερία Ρέμπελου ΣΤ΄ ΜΕΡΟΣ