“Δωδεκαήμερο” στο παλιό Λιτόχωρο - Χριστούγεννα

“Σελίδες από το παλιό Λιτόχωρο”

Αθανάσιος Αδαμόπουλος

Το γιορταστικό “δωδεκαήμερο” με το χαρμόσυνο τρίπτυχο Χριστούγεννα πρωτοχρονιά φώτα έπαιρνε πάντοτε έντονα θρησκευτικό και ιδιαίτερα.

Το πρώτο είχε την αιτία του στο γνωστό “φιλόθρησκο” των κατοίκων του, που το υπογράμμισαν όλοι οι σχολιαστές της κοινωνικής και θρησκευτικής ζωής της κωμόπολης. Τον οικογενειακό χαρακτήρα εξάλλου τον ενίσχυε, όσο τίποτε άλλο, η επάνοδος την εποχή αυτή των ξενιτεμένων ναυτικών στις εστίες τους.

Η πρώτη εμπορική ναυτική δύναμη στο Βόρειο Αιγαίο, το Λιτόχωρο, σκόρπιζε στην αρχή κάθε άνοιξης τα πολυάριθμα πλοία του προς όλες τις κατευθύνσεις των ελληνικών θαλασσών και ζούσε από μακριά στον πυρετό της δραστηριότητάς τους και μαζί την αγωνία για την ασφαλή επιστροφή των ναυτικών του.

Κι όταν, προς το τέλος του έτους, οι γαλήνιες θάλασσες παραχωρούσαν οριστικά πλέον τη θέση τους στις άγριες φουρτούνες, εκείνοι αναγκάζονταν να σταματήσουν την πολύμηνη σκληρή τους εργασία και τον άνισο αγώνα με τα στοιχεία της φύσης και να αράξουν στο σίγουρο λιμάνι της οικογενειακής θαλπωρής για να ξεκουραστούν το χειμώνα και να πάρουν κουράγιο για την επόμενη εξόρμηση.

Ο Λιτοχωρίτης εκπαιδευτικός και συγγραφέας Αθανάσιος Λασπόπουλος, τα γραπτά του οποίου θα αποτελέσουν την κυριότερη πηγή πληροφοριών για τον εορτασμό των ημερών αυτών κατά τον περασμένο αιώνα, αναφερόμενος στη μεγάλη αγωνία των συμπατριωτών του για την ασφαλή επάνοδο των ναυτικών στις οικογένειές τους, σημειώνει:

«Ο χειμών δια τους ναύτας είναι ό,τι η πεζοπορία δια τους στεργιώτας, εν μέσω πολλής και παχείας χιόνος. Από το Αυγούστου αι σεμναί δέσποιναι, αι καραβοκύρισσαι, αριθμούσι τας ημέρας των στεναχωριών και φόβων των, διότι έκτοτε άρχεται η θάλασσα να αγριούται και η καρδιά των ναυτιλλωμένων πάλλουσα φόβω τρικυμίας.

-Παρδάλισε του σταφυλιού η ρώγα, μαύρισε του ναύτου μας, (του γιμιντζή) η καρδούλα! είναι η συνήθης φράσις, η εικονίζουσα την ψυχικήν ταραχήν και των εκατέρωθεν φόβον…..”

Πρώτοι όσοι ταξίδευαν πλησιέστερα στην πατρίδα τους, στο Βόρειο Αιγαίο, έσπευδαν να παροπλίσουν και να ασφαλίσουν τα πλοία* για να βρεθούν έγκαιρα ανάμεσα στις οικογένειές τους και να γιορτάσουν μαζί τις άγιες μέρες του “δωδεκαημέρου”.

Οι περισσότερο απομακρυσμένοι έφθαναν κάποτε με καθυστέρηση κι οι λιγότερο τυχεροί έκαναν δύο και τρία χρόνια πολλές φορές να γιορτάσουν με τους δικούς τους.

1913- Ο Frederic Boissonas φωτογραφίζει λιτοχωρίτικα καΐκια στον Αη Θόδωρο

Η προσήλωση της Λιτοχωρίτισσας νοικοκυράς στις εθιμοτυπίες ήταν ανέκαθεν απόλυτη και παροιμιώδης. Με αυστηρή νηστεία όλη τη “σαρακοστή”, από του αγίου Φιλίππου μέχρι την παραμονή των Χριστουγέννων, βίωνε την ψυχική της προετοιμασία για να αξιωθεί από το Θεό να χαρεί και αυτές τις μέρες με όλη την οικογένεια γύρω της, στο μέτρο και πάλι, με την υγεία και τη χαρά για όλους. Μέσα στις καθημερινές της φροντίδες δεν ξεχνούσε ποτέ να ανάβει το καντήλι μπροστά στο εικονοστάσι και να λιβανίζει το σπίτι κάθε βράδυ της “σαρακοστής” για να απομακρύνονται τα ενοχλητικά δαιμόνια των ημερών τα “σαραντάημερα”. Έτσι και το αμελούσε, σκαρφάλωναν στη στέγη και από ‘κει ενοχλούσαν τους ανθρώπους όλη τη νύχτα, μέχρι το πρωινό λάλημα του πετεινού, οπότε και εξαφανίζονταν για να ξανάρθουν το άλλο βράδυ.

Οι μανάδες και γιαγιάδες που ήθελαν τα μικρά της οικογένειες να κοιμούνται νωρίς και “να ησυχάζει το σπίτι”, δεν έχαναν την ευκαιρία και με αυστηρή φωνή από κάποια σκοτεινή γωνιά προσποιούνταν τα “σαραντάημερα” για να τα στείλουν στο κρεβάτι:

“Στου παπά τα κιραμίδια

ένα κόσκινου καρύδια.

-Κυρά Νινή κυρά Νινή,

δώσι μι του τζουγκρανί

να τζουγκρανίσου τα μαλλιά

και πάλι θα στου φέρου."

Τα παιδιά έτρεχαν να σκεπαστούν πατόκορφα με τη βελέντζα, όμως επειδή κάποιοι θόρυβοι και κάποιες διαμαρτυρίες ακουγόταν ακόμα, η φωνή γινόταν περισσότερο αυστηρή:

"Κουκιά μην κρατσανίζιτι,

ριβύτια μη μασάτι,

στην ψάθα μην κατ'ράτι."

Κι εκείνα τα καημένα, που δεν μπορούσαν να αναγνωρίσουν την αλοιωμένη φωνή της μάνας ή της γιαγιάς τους, ξεραίνονταν από το φόβο κάτω από τα σκεπάσματα και άρχιζαν να ροχαλίζουν πριν ακόμη τα πάρει ο ύπνος.

Το ξημέρωμα της παραμονής του Χρυιστού έβρισκε όλους τους κατοίκους στο πόδι. Έπρεπε να σφάξουν τα γουρούνια, να σφάξουν τις κότες, να ετοιμάσουν για τη μεγάλη μέρα τα φαγητά, τα ψωμιά, τα κρασιά. Να φέρει κι η νοικοκυρά τον κέδρο που θα έκαιγε το βράδυ και την ημέρα των Χριστουγέννων στο τζάκι, επειδή όταν "τα άνομα σκυλιά του Ηρώδη" κυνήγησαν το Χριστό, η Παναγία τον έκρυψε κάτω από ένα κέδρο και σώθηκε. Έναν ακόμη είχε φυλαγμένο να κάψει την παραμονή και την ημέρα της Πρωτοχρονιάς κι άλλον ένα την ημέρα των Φώτων. Τη στάχτη τη συγκέντρωνε να τη ρίξει ο άντρας της στα αμπέλια για να δίνουν καρπό. Να τη ρίξει ακόμη στις συκιές για να απαλλαγούν από την κατάρα του Χριστού και στις μηλιές για να εξαγνιστούν, επειδή έδωσαν τον καρπό της αμαρτίας στους πρωτόπλαστους.

Ο Αθανάσιος Λασπόπουλος, ερμηνεύοντας το έθιμο, ομιλεί εκτεταμένα για την πρακτική του σημασία, αφού η στάχτη του κέδρου έχει ισχυρές παρασιτοκτόνους ιδιότητες κι απαλλάσει τα δέντρα από τις κάμπιες που αναπτύσσονται στη ρίζα τους.

Τα παιδιά εγκατέλειπαν το κρεβάτι τους βιαστικά κι απ’ το πρωί επισκέπτονταν τα σπίτια για να πουν τα “κόλιντρα”:

“Κόλιντρα μόλιντρα,

δω μ’ θεια την κ’λούρα,

να μη σι κόψου μι ν’ τσικούρα.

Να κι η Χριστός που έρχιτι

απού πέρα, απού πέρα,

με τη χρυσή μαχαίρα,

που σφαζ’ τα κουκουτάρια

να φαν τα παλλικάρια.”

Οι νοικοκυρές γέμιζαν τις τσέπες τους με “καλούδια”, καρύδια, αμύγδαλα, ξερά σύκα, σταφίδες, ξυλοκέρατα και, στην καλύτερη περίπτωση, τους έδιναν κάποιο μικρό νόμισμα.

Τα “σαραντάημερα” εξαφανίζονταν, όμως μόλις εκείνα έφευγαν έρχονταν τα “δωδεκάημερα”. Αυτά ήταν γεμάτα γουρσουζιές και πείραζαν τους ανθρώπους μέχρι την παραμονή των Φώτων. Τότε οι παπάδες τα έδιωχναν με την αγιαστούρα τους και πήγαιναν να καταχωνιαστούν βαθιά μέσα στη γη μέχρι τον άλλο χρόνο.

Νύχτα των Χριστουγέννων και οι εκκλησίες γέμιζαν από τους πιστούς. Η κατανυκτικότητα των παλιών ναών, όπου στο λιτό διάκοσμο τους τίποτα δεν περίσσευε και δεν αποσπούσε την προσοχή των προσερχόμενων, όπου το μελωδικό κοντάκιο του Ρωμανού “Η Παρθένος σήμερον…” ακουγόταν με αμεσότητα κι όπου οι ταπεινές λαμπάδες των πολυελαίων φώτιζαν με διακριτικότητα τον ιερό χώρο, παράσερνε απερίσπαστους τους εκκλησιαζόμενους σε νοερή πορεία προς τη Βηθλεέμ και τους βοηθούσε να οραματίζονται το σπήλαιο με το Θείο Βρέφος και τη Μητέρα Του.

Ξημέρωνε κι οι πιστοί επέστρεφαν στα σπίτια τους για να ευχηθούν σε όλους “χρόνια πολλά” και να πάρουν μια πρώτη γεύση από τις ετοιμασίες του χριστουγεννιάτικου τραπεζιού. Έπειτα ακολουθούσαν επισκέψεις και ανταλλαγές ευχών με όλους τους συγγενείς, Ο Αθανάσιος Λασπόπουλος αναφέρει σχετικά:

“ Τας πρώτας των Χριστουγέννων ημέρας αντεπισκέπτονταν αλλήλους και απονέμουσι εκάστω την προσήλουσιν τιμήν. Γάμου τελετή ουδεμία επιτρέπεται μέχρι των Θεοφανείων, ότε και τα ύδατα αγιάζονται και τα πάντα εξαγνίζονται.”

Σύμφωνα με το παλιό έθιμο τη “δεύτερη μέρα” των Χριστουγέννων εκκλησιάζονταν αποκλειστικά σχεδόν, οι ανλυπανδρες κοπέλες της κωμόπολης. Εξάλλου μέσα στο “δωδεκαήμερο” γίνονταν κι όλα τα προξενιά. Οι γριές προξενήτρες πηφαινοέρχονταν για να κλείσουν το προξενιό και να εισπρλαξουν το σχετικό δώρο. Έπιναν τον καφέ, πότε “σμιγό”, ανακατεμένο με ρεβύθι και πότε “μονάτο” ανόθευτο, κοίταζαν το φλιτζάνι- “δαχτυλίδια πέφτουν στο σπίτι”- και στο τέλος τα κατάφερναν.

*Τα πλοία έμεναν αγκυροβολημένα στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης ή τραβηγμένα έξω στην παραλία των Αγίων Θεοδώρων ή ακόμα και μέσα στο Χελοπόταμο.

Απ’ το βιβλίο του Αθανάσιου Γ. Αδαμόπουλου “Σελίδες από το παλιό Λιτόχωρο” που εκδόθηκε από τον Δήμο Λιτοχώρου το 1995 στη σειρά “Μελέτες και έρευνες”

Previous
Previous

“Δωδεκαήμερο” στο παλιό Λιτόχωρο - Πρωτοχρονιά

Next
Next

ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΔΩΔΕΚΑΗΜΕΡΟΥ ΣΤΟ ΛΙΤΟΧΩΡΟ